Παπικό πρωτείο

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με το όρο Παπικό πρωτείο αναφερόμαστε σε θεσμό και διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, κατά την οποία ο επίσκοπος Ρώμης, ως διάδοχος του κορυφαίου των Αποστόλων, του Πέτρου, θεωρείται ότι έχει το πρωτείο τιμής ανάμεσα στη χριστιανική ιεραρχία, αλλά και εξουσία επί των υπόλοιπων εκκλησιών, Δυτικών και Ανατολικών, ως ορατή κεφαλή της Εκκλησίας και αντιπρόσωπος του Χριστού επί της Γης.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορικό

Ανάμεσα στις πιο βασικές θεολογικές διαφορές Ανατολής και Δύσης, συγκαταλέγεται το λεγόμενο "Παπικό Πρωτείο" ή "Πρωτείο του Πάπα", το οποίο αποτελεί σημαντικότατη εκκλησιολογική διαφοροποίηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από τους Ορθοδόξους[1]. Το Παπικό Πρωτείο θεωρείται απόρροια της προσπάθειας των Δυτικών να προτάξουν την ενότητα στη διοίκηση της Εκκλησίας, την οποία όμως έβλεπαν να επιτυγχάνεται μέσω της υποταγής, η οποία αποτελούσε βασικό στοιχείο της λειτουργίας των κρατών, ενώ στην Ανατολή αντιθέτως επικρατούσε η τάση της ελεύθερης υπόστασης των Εκκλησιών, της κυριαρχικής τοπικής λειτουργίας τους και της ενότητας μέσα από την ποικιλία τους[2].

Μια σειρά από ιστορικές συγκυρίες οδήγησαν την Ρωμαϊκή Εκκλησία σε νοοτροπίες, σαν αυτή που αντικατοπτρίζει το Παπικό πρωτείο. Όπως εξιστορεί ο σημαντικός ιστορικός, Στίβεν Ράνσιμαν, "όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές καταλήψεις, ήσαν οι δυτικές, λιγότερο πολιτισμένες, επαρχίες, που έπεσαν πρώτες στα βαρβαρικά χέρια"[3].

Αποκορύφωμα της πτώσης αυτής ήταν η άλωση και της ίδιας της Ρώμης το 410 μ.Χ.. Η είδηση του γεγονότος συγκλόνισε ολόκληρη την "Οικουμένη" και ο Αυγουστίνος εξέφρασε την αντικειμενική ιστορική κρίση την οποία έζησε, με την "Πολιτεία του Θεού", έργο το οποίο κατανοείται ως απάντηση στην πτώση αυτή της Ρώμης[4]. Εκεί, ο Αυγουστίνος βλέπει την ιστορία ως αέναο αγώνα της πολιτείας του διαβόλου, όλων δηλαδή των δυνάμεων που αντιμάχονται τη θεία βούληση, ενάντια στην πολιτεία του θεού[5], ταυτόχρονα όμως, με την πραγματεία του αυτή ο Αυγουστίνος, είναι αυτός που υποστήριξε περισσότερο την ηγεμονία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας[6].

Ταυτόχρονα, όταν οι Ρωμαίοι διοικητές αναγκάσθηκαν να παραιτηθούν, η μόνη εναπομείνασα μορφωμένη τάξη ήταν ο κλήρος που δεν περιορίσθηκε μόνο στο καθήκον του να μεταστρέψει στον Χριστιανισμό τους εισβολείς, αλλά επί πλέον προμήθευσε τους νέους άρχοντες με εγγραμμάτους υπαλλήλους και προ πάντων, νομικούς, και μια νοοτροπία άκαμπτης εφαρμογής διαπότισε τη ρωμαϊκή θεολογία[7]. Οι εισβολές των βαρβάρων και η συνακόλουθη πτώση της Αυτοκρατορίας στη Δύση, δημιούργησε ένα ασταθές πλαίσιο, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν φιλόδοξοι και αλληλοαντιμαχόμενοι φύλαρχοι, ανάμεσα στους οποίους λειτουργούσε ως μοναδικό κέντρο ενότητας, συνέχειας και σταθερότητας ο Πάπας, και οι ενισχυμένες, από την κατάσταση, απολυταρχικές δομές της Δυτικής Εκκλησίας[8].

Επί της ουσίας, το Παπικό πρωτείο ήταν μια προοδευτικά εξελισσόμενη παράδοση, η οποία κατέληγε, όχι μόνο να θέτει θέμα διεκδίκησης διοικητικής δικαιοδοσίας σε ολόκληρη την Εκκλησία, αλλά ταυτόχρονα να περιέχει και μυστικές προεκτάσεις, κατά τις οποίες γινόταν ταύτιση της εξουσίας του απ. Πέτρου προς την εξουσία των εκάστοτε παπών Ρώμης, σαν να ενεργούσε στην Εκκλησία, διά μέσου κάθε πάπα, ο ίδιος ο απ. Πέτρος[9]. Επρόκειτο για μια καινοφανή ιδέα, την οποία είχε διακυρήξει αρχικά παπικός αντιπρόσωπος κατά την Γ' Οικουμενική σύνοδο (431) και κατόπιν είχαν τονίσει ιδιαίτερα οι πάπες Λέων Α΄ (440-461) και Γελάσιος Α΄ (492-496) σε έναν αγώνα ενάντια στον θρόνο της Κπόλεως, και στον οποίο η Ανατολή αντέδρασε, αφού πρώτα αντιλήφθηκε -καθυστερημένα όμως- τη σοβαρότητα της εκκλησιολογικής παρεκκλίσεως. Το Παπικό πρωτείο βασίσθηκε, στα λεγόμενα πρεσβεία τιμής του θρόνου της Ρώμης, τα οποία αναγνωρίσθηκαν εθιμικά, κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, αλλά κατόπιν, κατοχυρώθηκαν κανονικά με τους κανόνες[10]:

Αυτά τα πρεσβεία τιμής δεν είχαν βέβαια διοικητικό χαρακτήρα μέχρι το τέλος του 4ου αι., αλλά όταν εμφανίσθηκε η θεωρία περί του Παπικού πρωτείου στα μέσα του 5ου αι., σε αυτά θεμελίωσαν και οι άλλοι πατριαρχικοί θρόνοι τις διοικητικές διεκδικήσεις τους[14].

Είναι γεγονός ότι πράγματι, οι Ορθόδοξοι "απέδιδαν στον Πάπα το πρωτείο τιμής, που δεν ήταν όμως το οικουμενικό πρωτείο που αυτός θεωρούσε πως του όφειλαν"[15]. Πρώτα, ο 36ος κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (691/2)[16] ήταν αυτός που ανανέωσε τον 3ο κανόνα της Β' και τον 28ο κανόνα της Δ' Οικουμενικής συνόδου (βλ. παραπάνω), που ήταν σχετικοί με τα πρεσβεία του πατριαρχικού θρόνου Κωνσταντινουπόλεως και απέρριψε το κυριαρχικό διοικητικό πρωτείο του επισκόπου της Πρεσβυτέρας Ρώμης[17].

Εντούτοις, όταν οι Πάπες ίδρυσαν το Παπικό Κράτος (754-6) εγκαθίδρυσαν την ανεξαρτησία τους από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και συγχρόνως κατέστησαν αυτεξούσιοι πολιτικοί ηγέτες, πράγμα που ουδέποτε υπήρξε για τους Ανατολικούς Πατριάρχες. Αργότερα, η στέψη του Καρλομάγνου το 800 και η ίδρυση της αποκαλούμενης Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προσέθεσε ένα ακόμη στοιχείο στις διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης[18]. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι το 850 η Ρώμη και η Ανατολή απέφευγαν μια ανοιχτή σύγκρουση για τις παπικές αξιώσεις, "αλλά η διάσταση των απόψεων δεν ήταν λιγότερο σοβαρή επειδή ήταν εν μέρει λανθάνουσα"[19].

Το 867 ξεκίνησε μια έντονη κρίση ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, με αφορμή τις αξιώσεις για δικαιοδοτικά προνόμια του τότε Πάπα, Νικολάου Α΄[20], αλλά και το μεγάλο θεολογικό θέμα του Φιλιόκβε (που πρώτος, 70 χρόνια πριν είχε αναδείξει σε αντικείμενο διαμάχης ο Καρλομάγνος).

Από τα πλέον χαρακτηριστικά γεγονότα της εποχής, είναι η προβολή από δυτικούς θεολόγους ορισμένων θεωριών, που έμελλε να γίνουν αποδεκτές ως αληθινές για αιώνες, αργότερα όμως (15ος αι.) αναγνωρίστηκαν από τους ιστορικούς ως νόθες. Οι θεωρίες αυτές που απέβλεπαν κυρίως στην ενίσχυση της παπικής εξουσίας, στηρίχθηκαν στις λεγόμενες Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις, μέσα στις οποίες, εκτός άλλων, υπήρχε και η λεγόμενη Ψευδοκωνσταντίνεια δωρεά[21], αλλά και στις λεγόμενες Ψευδοκλημεντίνιες Γραφές ή Κλημέντεια.

Οι Ψευδοκλημεντίνιες γραφές είναι συλλογή ομιλιών που αποδίδονταν λανθασμένα στον επίσκοπο της Ρώμης Κλήμεντα (93 - 101), στις οποίες γινόταν και μια επαναδιατύπωση της ζωής του Αποστόλου Πέτρου. Ένα τμήμα των γραφών αυτών, το οποίο έτυχε επεξεργασίας επί δύο αιώνες, με την τελική μορφή του να προέρχεται από το 350 μ.Χ. περίπου, από αρειανίζοντα συγγραφέα[22], περιείχε περιγραφές από Επιδημίες και "Κηρύγματα Πέτρου"[23] και εκεί αναφέρονταν τα περί Πέτρου ως πρώτου επισκόπου Ρώμης[24] τα οποία τελικά χρησιμοποιήθηκαν για την ανύψωση του, πάνω από τους άλλους Αποστόλους και ειδικότερα τον Απόστολο Παύλο, και για την εμφάνιση της υπεροχής της Ρωμαϊκής Έδρας ως "Έδρας του Πέτρου" έναντι κάθε άλλης επισκοπής.

Οι Ψευδοισιδώρειες Διατάξεις και η Ψευδοκωνσταντίνεια Δωρεά, αποτελούν μια συλλογή, που συγκεντρώνεται τον 9ο αιώνα και αποτελείται από συνοδικούς κανόνες καθώς επίσης και από, ως επί το πλείστον, νόθα παπικά διατάγματα, τα οποία προστέθηκαν αργότερα. Η προσπάθεια των συντακτών βρίσκεται στην ειδικευμένη πλαστογράφηση των κανονικών πηγών κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποδεικνύεται η υπεροχή του Πάπα. Η ιεροσύνη, υποστηρίζεται, πως είναι πάνω από την πολιτική εξουσία και προϊστάμενος της ιεροσύνης είναι ο Πάπας, ως εκ τούτου καθίσταται η "Κεφαλή του κόσμου" (caput orbis totius). Αυτό το συμπέρασμα υποστηρίχθηκε και από μια άλλη νόθα πηγή, την Ψευδοκωνσταντίνεια δωρεά, στην οποία εμφανίζεται ο Μέγας Κωνσταντίνος να δωρίζει στον Επίσκοπο Ρώμης τη βασιλική εξουσία της θέσης του στη Ρώμη.

Τελικά, η κρίση αυτή, κατέληξε στον αφορισμό του Νικολάου από τον Φώτιο, με απόφαση της Συνόδου της Κων/πολης, και στον εκθρονισμό του Φωτίου από τον αυτοκράτορα[25]. Τα γεγονότα αυτά, που αποτέλεσαν το πρώτο σχίσμα, του ενάτου αιώνα, έφεραν στο προσκήνιο με έντονο τρόπο, τα δύο θέματα, της δικαιοδοσίας και της θεολογίας, που δημιουργούσαν προβλήματα στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών. Αλλά, παρά τη διαίρεση αυτή, η ενότητα διατηρήθηκε και η ρήξη μεταξύ Φωτίου και Νικολάου "τελικά θεραπεύθηκε"[26]. Κερδισμένος ήταν ο Φώτιος[27] και η εν τω Ναώ της του Θεού Λόγου Σοφίας, Σύνοδος του 879-880, γνωστή και ως Η΄ Οικουμενική, στο ζήτημα της δικαιοδοσίας, αναγνώρισε στον πάπα το πρωτείο τιμής, ως πρώτου μεταξύ των πέντε Πατριαρχών της αρχαίας Εκκλησίας και επισκόπου της Πρεσβυτέρας Ρώμης, πρώτης πρωτευούσης του κράτους, απέκρουσε όμως και πάλι το διοικητικό πρωτείο του Πάπα με ισχύ σε όλη την Εκκλησία, το οποίο ο ίδιος προέβαλε στην Ανατολή. Ο 1ος κανόνας της Συνόδου[28] αυτής καθόριζε ότι οι αποφάσεις του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και του Πάπα της Ρώμης είναι τελεσίδικοι στα όρια της επικρατείας τους, αναγνωρίζονται αντιστοίχως και από τους δύο και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αναμιγνύεται πέρα από τα όρια της δικαιοδοσίας του στα καθήκοντα του άλλου[29].

Οταν το 1054 συνέβη το μεγάλο Σχίσμα, η νέα αυτή διαίρεση, η σημασία της ρίξης του 9ου αιώνα είχε ξεχαστεί, και το νέο σχίσμα θεωρήθηκε ως κάτι προσωρινό, ήσσονος σημασίας[30]. Όμως, νέα δεδομένα έρχονται από τον 11ο αιώνα στο προσκήνιο, με διοικητικές αξιώσεις από την πλευρά της δύσης, που σύμφωνα με απόψεις ιστορικών δεν αντιπροσωπεύουν καν "την υλοποίηση μιας ομοιόμορφης εξέλιξης, έστω και μέσα στον σχετικά στενό κύκλο της δυτικής λατινικής Εκκλησίας"· ο Πάπας αναζητούσε πλέον "τίτλο ή αξίωμα ανώτερο από του επισκόπου" γεγονός που "αποτελούσε ριζική αναθεώρηση της δομής και της διοίκησης της Εκκλησίας"[31].

Και δεν έφτανε αυτό, αλλά επιπλέον λόγοι προστέθηκαν, που επηρέασαν τη σκέψη της Ανατολικής Εκκλησίας στο ζήτημα της ενότητας της Χριστιανοσύνης: "η βάρβαρη συμπεριφορά των Σταυροφόρων, οι οποίοι προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τους Έλληνες στο Λατινισμό, αντιμετωπίζοντας τους ως απίστους, δημεύοντας τις εκκλησίες τους και φυλακίζοντας τον κλήρο τους. Το έτος 1185 οι ιππότες κατέκτησαν τη Θεσσαλονίκη και προέβησαν σε μεγάλες κτηνωδίες, καταστρέφοντας κάθε ιερό και άγιο τόπο της Ορθοδόξου Εκκλησίας"[32]. Τελικά, η λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως κατά την Τετάρτη Σταυροφορία το 1204, ήταν αυτή που έδωσε το τελικό χτύπημα στις αδελφικές σχέσεις των δύο αυτών μερών της Χριστιανικής Κοινωνίας[33].

Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας για το Παπικό πρωτείο

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει ότι ο Επίσκοπος Ρώμης απελάμβανε πρεσβείων τιμής στα πλαίσια της παλαιάς Πενταρχίας των Πατριαρχείων της ενιαίας Εκκλησίας. Μετά το Σχίσμα του 1054 ως πρωτόθρονη Εκκλησία στον ορθόδοξο κόσμο υφίσταται το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Προκαθήμενός του είναι "πρώτος μεταξύ ίσων" στη σχέση του με τους Προκαθημένους των Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών.

Για τους Ορθοδόξους, θεωρείται αδύνατο να επιτευχθεί ενότητα μεταξύ Ανατολής και Δύσης χωρίς αλλαγές στη διδασκαλία που αφορά στο παπικό πρωτείο. Το εμπόδιο αυτό παραμένει ισχυρό, καθώς, εκτός άλλων, η αποδοχή του με τη σημερινή μορφή θα σήμαινε και αποδοχή όλων των άλλων δογματικών διαφορών που έχει η Ορθόδοξη Εκκλησία με τηνΡωμαιοκαθολική Εκκλησία (π.χ. το αλάθητο του Πάπα).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι το πρωτείο της Ρώμης έλκει την καταγωγή του από τρεις παράγοντες:

  • Πρώτον, η Ρώμη ήταν η πόλη στην οποία ο Απόστολος Πέτρος και ο Απόστολος Παύλος μαρτύρησαν και στην οποία ο Πέτρος ήταν επίσκοπος. Οι Ορθόδοξοι δεν παραβλέπουν τα σχετικά χωρία της Καινής Διαθήκης και αναγνωρίζουν τον Πέτρο ως τον πρώτο μεταξύ των Αποστόλων, σαφώς όμως, και με βάση τη Γραφή, δεν συσχετίζουν την έννοια αυτή με καμμία υπεροχή εξωτερικής δυνάμεως και δικαιοδοσίας.
  • Δεύτερον, η έδρα της Ρώμης, όφειλε το πρωτείο της στη θέση που κατείχε στην Αυτοκρατορία. Όταν όμως η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη -τη "Νέα Ρώμη"- ο Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως μπορούσε να αξιώσει μια θέση σπουδαιότητας και προνομίου ίση με εκείνη του Επισκόπου της "Παλαιάς Ρώμης".
  • Τρίτον, αν και υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις όποιες οι Πάπες υπέπεσαν σε αίρεση, εν τούτοις, κατά τους πρώτους οκτώ αιώνες της εκκλησιαστικής ιστορίας, η έδρα της Ρώμης κήρυξε με προσήλωση στην αλήθεια, και έτσι οι άνθρωποι απευθύνονταν κυρίως στη Ρώμη για καθοδήγηση. Αλλά ούτε το γεγονός αυτό είναι κάτι που ανατρέπει την ουσιαστική ισότητα των επισκόπων, κατά την οποία ο Πάπας είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων.

Έτσι, η Ορθόδοξη θέση παραμένει αμετακίνητη επάνω σε αυτό το ζήτημα: κανένας Επίσκοπος ή Πάπας ή Πατριάρχης δεν είναι υπεράνω του συνόλου των επισκόπων καθώς το Αλάθητο είναι ένα χάρισμα του Αγίου Πνεύματος που αποδίδεται σ' ολόκληρη την Εκκλησία, και όχι στον πρώτο των Επισκόπων μόνο. Προτεραιότητα σε όλα τα θέματα που αφορούν την Εκκλησία θα πρέπει να έχουν οι Οικουμενικές Σύνοδοι.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον Πάπα ως τον πρώτο και ύπατο των επισκόπων του κόσμου, αλλά κατά το πρωτείο τιμής μόνο, και ίσο σε δικαιοδοσία προς τους άλλους επισκόπους, ή καλύτερα, Πατριάρχες. Η υπάρχουσα όμως μορφή του πρωτείου, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, επηρεάζει αρνητικά την όλη δομή της Εκκλησίας, την Εκκλησιολογία της και τη διοίκηση της. Επιπλέον, σύμφωνα με τους Εκκλησιαστικούς Κανόνες, η έδρα της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι μόνο μία από τις Εκκλησιαστικές Επαρχίες, άλλα θεωρείται ως μια αρχή συνδεδεμένη όχι μόνο με τη δική της επισκοπή, αλλά και με ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία ανά τον κόσμο. Από τον 5ο αιώνα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ως Επίσκοπος της Νέας Ρώμης, αναγνωρίστηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους ως ο ίσος κατά τη δύναμη και τα πρεσβεία τιμής με τον Επίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης (Κανόνας 2 της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανόνες 28 και 36 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου).

Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί οτι ο παπισμός επιδίωξε να μετατρέψει το πρωτείο τιμής και κύρους του αρχαίου συστήματος των πατριαρχείων, σε δικαιοδοτική εξουσία με ανύψωση της Ρώμης πάνω από όλα τα άλλα πατριαρχεία, ώστε να καταστεί ο παπικός θρόνος η μία και μοναδική αρχή της χριστιανοσύνης που θα στηριζόταν πλέον όχι στη συνοδικότητα, αλλά στα παπικά διατάγματα και ανακοινώσεις.

Την δικαιοδοσία της εξουσίας που ο Πάπας επιδίωκε να ασκήσει σε όλους τους άλλους πατριάρχες, το πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως την αρνιόταν, μη αναγνωρίζοντας στον πατριάρχη της "Πρεσβυτέρας Ρώμης" παρά μόνο το τιμητικό προβάδισμα λόγω αρχαιότητας της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν πάντα σαφές ότι τα βυζαντινά κείμενα πριν τον 11ο αιώνα, όταν αναφέρονταν στην ιδέα περί πρωτείου, αυτό γινόταν ρητορικά, χωρίς κανείς να αναγνωρίζει τις μεταγενέστερες μοναρχικές αξιώσεις του Πάπα με τις πολιτικές και εκκλησιαστικές προεκτάσεις που εμφανίστηκαν κυρίως από το 1100, όταν η δυτική έκκλησιολογία είχε μετατοπιστεί αδιαμφισβήτητα προς την κατεύθυνση της παπικής μοναρχίας και υποστήριζε τις αξιώσεις της με μια νομικίστικη ερμηνεία των χωρίων της Καινής Διαθήκης που αναφέρονται στον άγιο Πέτρο.

Παπικό πρωτείο και Αγία Γραφή[34]

Τα εδάφια στα οποία στηρίχτηκε το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας περί Παπικού Πρωτείου ήταν[35]:

α) Ματθ. 16:18-19

καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής.
και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών, και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς.

β) Ιωάν. 21:15-17

Ότε ουν ηρίστησαν, λέγει τω Σίμωνι Πέτρω ο Ιησούς• Σίμων Ιωνά, αγαπάς με πλείον τούτων; λέγει αυτώ• ναι, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτώ• βόσκε τα αρνία μου.
λέγει αυτώ πάλιν δεύτερον• Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; λέγει αυτώ• ναι, Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε. λέγει αυτώ• ποίμαινε τα πρόβατά μου.
λέγει αυτώ το τρίτον• Σίμων Ιωνά, φιλείς με; ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπεν αυτώ το τρίτον, φιλείς με; και είπεν αυτώ• Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε. λέγει αυτώ ο Ιησούς• βόσκε τα πρόβατά μου.

γ) Λουκ. 22:32

εγώ δεν εδεήθην περί σου ίνα μη εκλίπη η πίστης σου· και συ ποτέ επιστρέψας στήριξαν τους αδελφούς σου.

Για το πρώτο χωρίο, οι υπερασπιστές του πρωτείου αναφέρονται στο σημείο όπου ο Ιησούς παραχώρησε στον Πέτρο τα "κλειδιά της βασιλείας των ουρανών" δίνοντάς του έτσι την εξουσία του "δεσμείν και λύειν" στον ουρανό και τη γη, συνδέοντας την αναφορά αυτή με ολόκληρο το ζήτημα της Σωτηρίας που κατ' αυτούς μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της εκκλησίας του Πέτρου.

Δεν φαίνεται όμως να δόθηκε στον Πέτρο κάτι περισσότερο απ' ότι στους υπόλοιπους αποστόλους:

είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν• ειρήνη υμίν• καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. [...] αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς• αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται. (Ιωάν. 20:21-23)

Ταυτόχρονα, στα πατερικά κείμενα, το γεγονός ότι ο Πέτρος καλείται Πέτρα της Εκκλησίας, δεν κατανοείται προσωποπαγώς, αλλά με βάση τις πράξεις και την πίστη του[36].

Επίσης, στο Ιωάν. 21:15-17, η τριπλή ερώτηση προς τον Πέτρο μετά την τριπλή άρνηση προς το πρόσωπο του Ιησού, είχε ως σκοπό να αποκαταστήσει τον Πέτρο στο αποστολικό αξίωμα και γι αυτό, το περιεχόμενο του χωρίου είχε νόημα συγχωρητικό (τριπλή άρνηση - τριπλή ομολογία).

Οι υπερασπιστές του Παπικού Πρωτείου ισχυρίζονται ότι με την τριπλή ερώτηση, ο Ιησούς είχε σκοπό να δώσει στον Πέτρο και μέσω αυτού σε κάθε διάδοχό του στην έδρα της Ρώμης, την απόλυτη κυριαρχία και αρχηγία όλης της χριστιανικής εκκλησίας. Όμως, το καθήκον του Πέτρου να υπηρετεί το ποίμνιο, δεν μπορεί να συνδεθεί με το υποτιθέμενο δικαίωμα να κυριαρχεί επί όλων των άλλων ποιμένων. Είναι σαφές, ότι ούτε ο Πέτρος αξίωσε ένα τέτοιο δικαίωμα, ούτε και οι υπόλοιποι απόστολοι του το αναγνώρισαν όπως αναμφίβολα φαίνεται στην Καινή Διαθήκη:

Ακούσαντες δε οι εν Ιεροσολύμοις απόστολοι ότι δέδεκται η Σαμάρεια τον λόγον του Θεού, απέστειλαν προς αυτούς τον Πέτρον και Ιωάννην (Πράξ. 8:14).

Εάν ο Πέτρος είχε λάβει το πρώτο παπικό αξίωμα, θα φρόντιζε να στείλει στη Σαμάρεια κάποιον απόστολο ή έστω θα πήγαινε ο ίδιος με δική του προφανώς πρωτοβουλία. Εδώ όμως ο Πέτρος, ως ίσος μεταξύ ίσων, αποστέλεται κανονικά σε υπηρεσία από τους υπόλοιπους αποστόλους, μη διακρινόμενος σε τίποτε από αυτούς. Την ίδια άποψη εκφράζει και ο ίδιος ο Πέτρος:

Πρεσβυτέρους τους εν υμίν παρακαλώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυς των του Χριστού παθημάτων, ο και της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός, ποιμάνατε το εν υμίν ποίμνιον του Θεού (Α’ Πέτρου 5:1-2).

Ο ίδιος ο Πέτρος, με ταπεινοφροσύνη, δεν αξιώνει προνόμια, αλλά κατανοεί τον εαυτό του ως "συμπρεσβύτερο" και θυμίζει αυτό που επισημαίνεται και στον 34ο κανόνα των Αποστόλων:

Οι επίσκοποι κάθε έθνους πρέπει να αναγνωρίζουν αυτόν που είναι πρώτος ανάμεσα τους και να τον θεωρούν κεφαλή τους και να μην πράττουν τίποτε το σημαντικό χωρίς τη συναίνεση του. Ο καθένας όμως μπορεί να κάνει τα πράγματα εκείνα που αφορούν στη δική του ενορία και στις περιοχές που υπάγονται σ' αυτήν. Όμως και εκείνος πού είναι πρώτος ας μην κάνει τίποτε χωρίς τη συναίνεση όλων. Γιατί έτσι μόνο θα υπάρξει ομόνοια και ό Θεός θά δοξαστεί διά Κυρίου εν Πνεύματι Άγίω.

Εξάλλου, τα περί μοναδικότητας στο έργο του Πέτρου, αναιρούνται και από τον Απ. Παύλο, που δεν αναγνωρίζει ρόλο ισχυρότερο από τον δικό του σε σχέση με την αποστολή που έλαβε από τον Χριστό:

ο γαρ ενεργήσας Πέτρω εις αποστολήν της περιτομής ενήργησε και εμοί εις τα έθνη• και γνόντες την χάριν την δοθείσαν μοι, Ιάκωβος και Κηφάς και Ιωάννης, οι δοκούντες στύλοι είναι, δεξιάς έδωκαν εμοί και Βαρνάβα κοινωνίας, ίνα ημείς εις τα έθνη, αυτοί δε εις την περιτομήν• (Γαλ. 2:8-9).

Οι προεκτάσεις της αναφοράς αυτής είναι αναπόφευκτες: Η Ρώμη δεν είναι δυνατόν να αξιώνει τον Πέτρο ως "δικό της" περισσότερο από την Ιερουσαλήμ, την Αντιόχεια ή οποιονδήποτε άλλον τόπο ο Πέτρος ενήργησε ως απόστολος. Και μάλιστα θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η Ρώμη, ως πρωτεύουσα των Εθνών, θα έπρεπε να έχει ακόμη λιγότερες αξιώσεις, μια που ο Πέτρος υπήρξε ο απόστολος της "περιτομής".

Επίσης στο ίδιο σημείο, η Καινή Διαθήκη ξεκαθαρίζει ότι ο Πέτρος δεν ξεχώριζε από άλλα επίσης σημαντικά εκκλησιαστικά πρόσωπα. Για παράδειγμα, οι τρεις, Ιάκωβος, Πέτρος και Ιωάννης αναφέρονται ως ισότιμοι, χωρίς καν ο Πέτρος να αναφέρεται πρώτος στη σειρά:

Ιάκωβος καί Κηφάς καί Ιωάννης, οι δοκούντες στύλοι είναι (Γαλ. 2:9).

Στις πατερικές ερμηνείες, και το εδάφιο Λουκ. 22:32 δεν περιέχει κάποια επικύρωση πρωτείου, αλλά αποτελεί αφορμή για χριστιανική διδαχή. Όπως λέει ο Μ. Βασίλειος: "Πέτρος...ούτως ελεγχθείς, δικαίως εβοηθείτο, προς απόθεσιν αλαζονείας"[37].

Ταυτόχρονα, ο Απόστολος Παύλος δείχνει να αντιμετωπίζει τον Πέτρο ως ισότιμο, εκφράζοντας ανοιχτά τις διαφωνίες του:

Ότε δέ ήλθε Πέτρος εις Αντιόχειαν, κατά πρόσωπον αυτώ αντέστην, ότι κατεγνωσμένος ήν. (δηλ. και όταν ο Πέτρος ήρθε στην Αντιόχεια, εναντιώθηκα σ' αυτόν κατά πρόσωπο, για τον λόγο ότι ήταν αξιοκατάκριτος, Γαλ. 2:11).

Εκτός από τα παραπάνω, σαφής είναι η αντίθεση της Καινής Διαθήκης προς κάθε τάση για φιλοπρωτεία:

  • ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς είπεν• οίδατε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. ουχ ούτως έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος. ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών. (Ματθ. 20:25-28).
  • και καθίσας εφώνησε τους δώδεκα και λέγει αυτοίς. ει τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος. (Μαρκ. 9:35).
  • ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος αυτούς λέγει αυτοίς• οίδατε ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτών ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ' ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος. και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών (Μαρκ. 10:42-45).
  • Εισήλθε δε διαλογισμός εν αυτοίς, το τις αν είη μείζων αυτών. ο δε Ιησούς ιδών τον διαλογισμόν της καρδίας αυτών, επιλαβόμενος παιδίου έστησεν αυτό παρ' εαυτώ και είπεν αυτοίς• ος εάν δέξηται τούτο το παιδίον επί τω ονόματί μου, εμέ δέχεται, και ος εάν εμέ δέξηται, δέχεται τον αποστείλαντά με. ο γαρ μικρότερος εν πάσιν υμίν υπάρχων, ούτός εστι μέγας. (Λουκ. 9:46-48).
  • Εγένετο δε και φιλονεικία εν αυτοίς, το τις αυτών δοκεί είναι μείζων. ο δε είπεν αυτοίς. οι βασιλείς των εθνών κυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. υμείς δε ουχ ούτως, αλλ' ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών. τις γαρ μείζων, ο ανακείμενος η ο διακονών; ουχί ο ανακείμενος; εγώ δε ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών. (Λουκ. 22:24-27).

Τελικά, για τους Ορθοδόξους, οι απαιτήσεις που περιελάμβανε ο θεσμός του παπικού πρωτείου, δεν μπορούσαν να βρουν στήριγμα ούτε στην Αγία Γραφή αλλά ούτε και στην Ιερά Παράδοση:

"Η αμοιβαία συνεννόηση μεταξύ των Εκκλησιών, δηλαδή η επισκοπική συναδελφικότητα και η συνοδικότητα, υπήρξε εξαρχής η πεμπτουσία της εκκλησιαστικής διακυβέρνησης. Εδώ ήταν το σημείο όπου μπορούσε κανείς να εντοπίσει την ανώτατη αυθεντία της Εκκλησίας. Η χριστιανοσύνη ήταν ταυτόχρονα πολυφωνία και ενότητα, μια οικογένεια βασικά ίσων αδελφών Εκκλησιών, η ενότητα της οποίας βασιζόταν όχι σε κάποια ορατή δικαστική εξουσία άλλα στη συνοδικότητα, καθώς και σε μια κοινή διακήρυξη πίστης και στη μυστηριακή ζωή...όλοι οι χριστιανοί προβαίνουν σε ομολογία πίστης στη μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία. Πουθενά στο Σύμβολο της Πίστεως δεν τους ζητείται να ομολογήσουν ότι η Ρώμη ή το πρωτείο της είναι μια απόλυτη εξωτερική εξουσία, ανεξάρτητη από την Εκκλησία και την αυθεντία της...Η εξουσία του δεσμείν και λύειν που μνημονεύεται στην Καινή Διαθήκη είχε δοθεί...σε κάθε μαθητή και όχι μόνο στον Πέτρο. Το ίδιο ίσχυσε και αργότερα...όταν το Άγιο Πνεύμα εγκατοίκησε σε όλους αδιακρίτως τους μαθητές...Καμία ιδιαίτερη Εκκλησία δεν μπορούσε να θεωρεί ότι η πληρότητα της λυτρωτικής χάρης του Θεού ανήκει μόνο σ' αυτήν, εις βάρος των άλλων...Στην πράξη, τα χωρία της Αγίας Γραφής που αναφέρονταν στον Πέτρο, τα οποία προβλήθηκαν από τους Λατίνους, δεν είχαν τίποτε να συνεισφέρουν ως επιχειρήματα για τη ρωμαϊκή...υπεροχή. Η στενή λογική σχέση που η Ρώμη θεώρησε ότι υπήρχε ανάμεσα στην παπική μοναρχία και τα κείμενα της Καινής Διαθήκης ήταν απλά αβάσιμη. Γιατί όλοι οι επίσκοποι, ως διάδοχοι των αποστόλων, διεκδικούν το προνόμιο και την εξουσία που δόθηκε στον Πέτρο. Εντέλει, τα λόγια του Σωτήρα δεν μπορούσαν να έχουν θεσμική, νομικίστικη ή εδαφική ερμηνεία ως ιδρυτική πράξη της ρωμαϊκής Εκκλησίας...Είναι σημαντικό να σημειώσουμε...ότι...μέχρι τότε [11ος αι.], τα τρία κείμενα-τεκμήρια [εννοεί της Κ.Δ.] θεωρούνταν κυρίως «ως η ιδρυτική πράξη της Εκκλησίας, με την έννοια ότι η εξουσία των κλειδιών...που παραχωρήθηκε στον Πέτρο παραχωρήθηκε συμβολικά σε όλους τους επισκόπους»"[38].

Υποσημειώσεις

  1. Λήμμα: "Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία", Στύλιος Κ. Ευθύμιος Επίσκοπος, Μικρό Χριστιανικό Λεξικό (Α' ανατύπωση της 2ης έκδ.), Αποστολική Διακονία, 1998, σελ. 173.
  2. Λήμμα: "Θεολογικαί διαφοραί Ανατολής-Δύσεως", Ζαχαρόπουλος Νίκος, Επίτομο Ιστορικό-Θεολογικό Λεξικό, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 189.
  3. Sir Steven Runciman, "Ορθοδοξία και Ελληνισμός" στο Ορθοδοξία - Ελληνισμός, Πορεία στην τρίτη χιλιετία, τόμ. Α', έκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, 2η έκδ., Άγιον Όρος 2002, σελ. 44.
  4. Μπέγζος Μάριος, Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία της Θρησκείας, Γρηγόρης, Αθήνα 2004, σελ. 83-84
  5. λήμμ. "Ιστορίας, φιλοσοφία", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 30, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  6. Χέλμουτ ντε Γκλάζεναπ, Παγκόσμιος Ιστορία των θρησκειών, μτφρ. Νικηφόρου Βρετάκου, (Αθήνα: Βιβλιοαθηναϊκή, χ.χ.), σελ. 375
  7. Sir Steven Runciman, ό.π..
  8. Ware Κάλλιστος (επίσκ. Διοκλείας), Η Ορθόδοξη Εκκλησία (μτφρ. Ροηλίδης Ι.), 4η έκδ., Ακρίτας, Αθήνα 2007, σελ. 83-84.
  9. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 95.
  10. Φειδάς, ό.π..
  11. «Να φυλάγονται οι παλιές συνήθειες που ίσχυαν στην Αίγυπτο και στη Λιβύη και στην Πεντάπολη, ώστε ο επίσκοπος Αλεξανδρείας να έχει την εξουσία όλων των επισκόπων των παραπάνω επαρχιών γιατί αυτή η συνήθεια ισχύει και για τον επίσκοπο της Ρώμης. Με παρόμοιο τρόπο να διατηρούνται τα πρεσβεία στις εκκλησίες και στην Αντιόχεια και στις άλλες επαρχίες. Γενικά φανερό είναι το εξής: ότι, αν κάποιος γίνει επίσκοπος χωρίς τη (σύμφωνη) γνώμη του μητροπολίτη, η μεγάλη σύνοδος όρισε ότι αυτός δεν πρέπει να είναι επίσκοπος. Αν ωστόσο στην κοινή απόφαση όλων, η οποία είναι λογική και σύμφωνη με τον εκκλησιαστικό κανόνα, δύο ή τρεις διαφωνούν εξαιτίας τάσης για φιλονικία, να υπερισχύει η απόφαση των περισσοτέρων»
    (Πρόδρομος Ι. Ακανθόπουλος, Κώδικας Ιερών Κανόνων (Κείμενο - Ερμηνεία - Σχόλια), έκδ. Γ', Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 55).
  12. «Ο επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως βέβαια να έχει τα πρεσβεία τιμής μετά τον επίσκοπο της Ρώμης, επειδή η Κωνσταντινούπολη είναι η νέα Ρώμη»
    (Στο ίδιο, σελ. 65).
  13. «Ακολουθώντας παντού τους κανόνες των αγίων Πατέρων και γνωρίζοντας τον κανόνα που διαβάστηκε πρόσφατα των εκατό πενήντα θεοφιλέστατων επισκόπων που συνήλθαν στη μνήμη του ευσεβούς Μεγάλου Θεοδοσίου, ο οποίος έγινε βασιλιάς στη βασιλική πόλη της Κωνσταντινούπολης τη Νέα Ρώμη, τα ίδια και εμείς ορίζουμε και ψηφίζουμε σχετικά με τα πρεσβεία της αγιότατης εκκλησίας της ίδιας Κωνσταντινούπολης και Νέας Ρώμης· άλλωστε δικαιολογημένα οι Πατέρες έχουν δώσει τα πρεσβεία στο θρόνο της πρεσβύτερης Ρώμης, επειδή βασιλεύει εκείνη η πόλη. Έχοντας λοιπόν τον ίδιο σκοπό οι εκατό πενήντα θεοφιλέστατοι επίσκοποι απένειμαν τα ίσα πρεσβεία στον αγιότατο θρόνο της Νέας Ρώμης, κρίνοντας δικαιολογημένα, ώστε η πόλη που τιμήθηκε με βασιλεία και σύγκλητο, απολαμβάνοντας και τα ίσα πρεσβεία με την πρεσβύτερη βασιλική πόλη Ρώμη, να μεγαλύνεται όπως εκείνη και στα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς είναι δεύτερη (στην τάξη) ύστερα από εκείνη...»
    (Ό.π, σελ. 91.93).
  14. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία..., ό.π..
  15. Ware Κάλλιστος, ό.π., σελ. 87.
  16. «Ανανεώνοντας όσα νομοθετήθηκαν από τους εκατόν πενήντα άγιους Πατέρες που συνήλθαν σ' αυτήν τη θεοφύλαχτη και βασιλική πόλη και από τους εξακόσιους τριάντα που συνήλθαν στη Χαλκηδόνα, ορίζουμε να απολαμβάνει ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης τα ίσα πρεσβεία με το θρόνο της πρεσβύτερης Ρώμης και να μεγαλύνεται, όπως εκείνος, στα εκκλησιαστικά πράγματα και να είναι δεύτερος μετά από εκείνον, και ύστερα απ' αυτόν να αριθμείται ο θρόνος της μεγαλούπολης Αλεξάνδρειας, έπειτα ο θρόνος της Αντιόχειας και ύστερα απ' αυτόν ο θρόνος των Ιεροσολύμων»
    (Ακανθόπουλος, Κώδικας Ιερών Κανόνων, ό.π., σελ. 127.129).
  17. Κοντοστεργίου Δέσποινα, Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 219.
  18. Φούγιας Γ. Μεθόδιος (Μητροπολίτης Πισιδίας), Ορθοδοξία Ρωμαιοκαθολικισμός & Αγγλικανισμός (μτφρ. από τη β' Αγγλική έκδοση), Λιβάνης, Αθήνα 1996, σελ. 48.
  19. Ware Κάλλιστος, ό.π., σελ. 88.
  20. Meyendorff John-Παπαδάκης Αριστείδης, Η Χριστιανική ανατολή και η άνοδος του Παπισμού, Η εκκλησία απο το 1071 ως το 1453, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003, σελ. 237.
  21. Βλ. σχετικά: "Ψευδο-Ισιδώρειοι Διατάξεις", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 12, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1968, στ. 482.
  22. "Κλημέντεια", ΘΗΕ, τόμ. 7, ό.π., 1965, στ. 625.
  23. Ό.π., στ. 623.
  24. Στο ίδιο, στ. 624.
  25. Ware Κάλλιστος, στο ίδιο, σελ. 95-96.
  26. Φούγιας, ό.π., σελ. 49.
  27. Ware Κάλλιστος, στο ίδιο, σελ. 97.
  28. «Η αγία και οικουμενική σύνοδος όρισε, αν κάποιοι από τους κληρικούς της Ιταλίας ή από τους λαϊκούς ή από τους επισκόπους, όταν ζούσαν στην Ασία ή στην Ευρώπη ή στη Λιβύη, φυλακίστηκαν ή καθαιρέθηκαν ή αναθεματίστηκαν από τον αγιότατο Πάπα Ιωάννη, να υπόκεινται αυτοί στον ίδιο όρο τιμωρίας και από το Φώτιο, τον αγιότατο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή να είναι ή καθαιρεμένοι ή αναθεματισμένοι ή αφορισμένοι. Και όσους κληρικούς ή λαϊκούς ή ανθρώπους που ανήκουν στην αρχιερατική και στην ιερατική τάξη σε οποιαδήποτε επαρχία τους αφορίσει ή τους καθαιρέσει ή τους αναθεματίσει ο Φώτιος, ο αγιότατος πατριάρχης μας, να τους θεωρεί αυτούς και ο αγιότατος Πάπας Ιωάννης και η αγία του Θεού εκκλησία της Ρώμης που βρίσκεται κάτω από την εξουσία του, υποκείμενους στην ίδια ποινή της τιμωρίας, ώστε να μη γίνεται καμιά εντελώς καινοτομία ούτε τώρα ούτε στο μέλλον των προνομίων που υπάρχουν στον αγιότατο θρόνο της εκκλησίας της Ρώμης ούτε αυτών που έχει ο επικεφαλής της.»
    (Ακανθόπουλος, Κώδικας Ιερών Κανόνων, ό.π., σελ. 399.401).
  29. Κοντοστεργίου, ό.π., σελ. 280-281.
  30. Φούγιας, ό.π., σελ. 49.
  31. Meyendorff-Παπαδάκης, ό.π., σελ. 255.
  32. Φούγιας, ό.π., σελ. 49.
  33. Φούγιας, στο ίδιο.
  34. Για εκτενή τεκμηρίωση βασισμένη στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, ότι "πάντες οι επίσκοποι, ίσοι προς αλλήλους" και "αι ιεραί σύνοδοι ως ανωτάτη εν τη Εκκλησία αρχή", βλ. στο: Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήναι 2003, σελ. 393-408.
  35. Meyendorff John-Παπαδάκης Αριστείδης, Η Χριστιανική ανατολή και η άνοδος του Παπισμού, Η εκκλησία απο το 1071 ως το 1453, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003, σελ. 245.
  36. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Β'. Συνάξεως δια χρόνου εν τη παλαιά εκκλησία εις την επιγραφήν των Πράξεων των Αποστόλων κλπ., PG 51,86-87: "Συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν. Δια τι;...ότι είπε· Συ ει ο Χριστός ο Υιός του θεού του Ζώντος" δηλ. "επειδή πίστιν μετά της ομολογίας επεδείξατο γνησίαν". "Και γαρ τον Ιωάννην Ηλίαν εκάλεσεν ο Χριστός, ουκ επειδή Ηλίας ην ο Ιωάννης, αλλ' επειδή εν πνεύματι και δυνάμει ήλθεν Ηλιού".
  37. Μ. Βασιλείου, Περί Ταπεινοφροσύνης, PG 31,533A.
  38. Meyendorff - Παπαδάκης, ό.π., σελ. 244-246.

Βιβλιογραφία

  • Τρεμπέλας Ν. Παν., Υπόμνημα εις το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, 4η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1989
  • Τρεμπέλας Ν. Παν., Υπόμνημα εις το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 4η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1990
  • Τρεμπέλας Ν. Παν., Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων, 3η έκδ., 'Ο Σωτήρ', Αθήνα 1991
  • Τρεμπέλας Ν. Παν., Εγκυκλοπαίδεια της θεολογίας - Πανεπιστημιακαί παραδόσεις αναθεωρηθείσαι, έκδ. 5η, Ο Σωτήρ, Αθήναι 2000
  • Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β', 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήναι 2003
  • Φούγιας Γ. Μεθόδιος, Ορθοδοξία, Ρωμαιοκαθολικισμός & Αγγλικανισμός (μτφρ. από τη β' Αγγλική έκδοση), Λιβάνης, Αθήνα 1996
  • Φούγιας Γ. Μεθόδιος, Έλληνες και Λατίνοι, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1994
  • Meyendorff John-Παπαδάκης Αριστείδης, Η Χριστιανική ανατολή και η άνοδος του Παπισμού - Η εκκλησία απο το 1071 ως το 1453, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003

Δείτε επίσης

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων
Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Donate

Please consider supporting OrthodoxWiki. FAQs

Εργαλεία
Άλλες γλώσσες