Ένα παράδειγμα κανόνων, μη οπωσδήποτε αλάθητων, που θεσπίσθηκαν από Πατέρα της Εκκλησίας και δεν επικυρώθηκαν από [[Οικουμενικές Σύνοδοι|Οικουμενική Συνοδό]], είναι η περίπτωση των κανόνων του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ''Ιωάννη'', του επονομαζομένου [[Ιωάννης Νηστευτής|Νηστευτή]], ίσως λόγω σφαλμάτων στα αντίγραφα των χειρογράφων. Οι κανόνες αυτοί, αν και είχαν συγγραφεί πριν από τη σύγκληση της [[Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος|Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου]] (691 μ.Χ.), εν τούτοις δεν επικυρώθηκαν από αυτήν, ''"δεν ηξεύρω διά ποίαν αφορμήν"'' γράφει ο [[Νικόδημος Αγιορείτης|Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]]<ref>Νικοδήμου Αγιορείτου, ''Πηδάλιον'' (ακριβής ανατύπωσις της γ' εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 698Α, υποσημ#2.</ref>, αν και προσθέτει ότι πολλά προβληματικά ''"χειρόγραφα βιβλία"'' με κανόνες, υποτίθεται του Νηστευτή, είχαν εμφανιστεί, τα οποία ''"πολλά δε παραλογώτατα και πάντη πάντως παράνομα και ακανόνιστα περιέχουσι...ώστε όπου φαίνονται οι διορισμοί αυτοί να ήναι αιρετικού τινός και κακόφρονος ανθρώπου...και όχι του Αγίου τούτου..."''<ref>''Πηδάλιον'', ό.π., σελ. 698Β.</ref>. Σε κάθε περίπτωση όμως, η Οικουμενική Σύνοδος δεν ενέκρινε τους κανόνες αυτούς, με αποτέλεσμα, μέχρι στιγμής, να μην υπάρχει βεβαιότητα και ασφάλεια για το αλάθητο και την ορθότητα τους.
Εν κατακλείδι, όλες οι διατάξεις, κανονισμοί, εγκύκλιοι κ.λπ., που έχουν κανονικό περιεχόμενο και έχουν εκδοθεί από διάφορα εκκλησιαστικά όργανα, μπορούν να ονομάζονται κανονιστικές διατάξεις, ή κανονισμοί (της τάδε τοπικής Εκκλησίας ή του τάδε εκκλησιαστικού Πατρός κ.λπ.), ''"χωρίς όμως να έχουν λάβει οικουμενική επικύρωση δεν μπορούν να λέγονται κανόνες, και μάλιστα κανόνες της Εκκλησίας"''<ref>Μπούμης Ι. Παναγιώτης, ''Οι Θείοι Κανόνες "Ενάντια στη Θρησκεία"'', Γρηγόρης, Αθήνα 2007, σελ. 67.</ref>. Ασφαλώς, όταν οι διάφορες τοπικές εκκλησιαστικές αρχές εκδίδουν τις όποιες διατάξεις και εντολές, τα μέλη της Εκκλησίας, αν ανήκουν στην δικαιοδοσία των αρχών αυτών, είναι υποχρεωμένα να τις τηρούν, αρκεί βέβαια αυτές να μην έρχονται εμφανώς σε αντίθεση προς την [[Αγία Γραφή]] ή τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
==Εφαρμογή των Ιερών Κανόνων: Ακρίβεια και Οικονομία==
Με τον όρο ''Ακρίβεια'', αναφερόμαστε στην συνεπή τήρηση της αυθεντικής εκκλησιαστικής παραδόσεως, με την πιστή αποδοχή, διαφύλαξη και εφαρμογή των δογμάτων της πίστεως και των κανόνων της τάξεως και ζωής. Σκοπός της ακριβείας δεν είναι άλλος παρά η οικοδομή και η σωτηρία των πιστών. Η αυθεντική εκκλησιαστική παράδοση είναι η επίσημα επικυρωμένη από [[Οικουμενικές Σύνοδοι|Οικουμενικές Συνόδους]], η οποία αποτελεί τη βάση της ''Ορθοδοξίας'' και ''Ορθοπραξίας'', και η ''Ακρίβεια'' αποτελεί το κριτήριο, βάσει του οποίου θα κρίνει κανείς την πίστη, τους λόγους, τις πράξεις και τα βιώματα, είτε τα δικά του είτε των άλλων, ώστε να βρίσκεται διαρκώς, όσο είναι δυνατόν εγγύτερα στο ''ορθό''.
Ασφαλώς, τα μέλη της Εκκλησίας, αν ανήκουν στην δικαιοδοσία τους, είναι υποχρεωμένα να τηρούν και τις όποιες διατάξεις και εντολές εκδίδουν οι διάφορες τοπικές εκκλησιαστικές αρχές, αρκεί βέβαια αυτές να μην έρχονται εμφανώς σε αντίθεση προς την [[Αγία Γραφή]] ή τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων· ''"Πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε, αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες"''<ref>''Εβρ. 13:17''.</ref>.
Εκτός από την ''Ακρίβεια'' της εφαρμογής των Ιερων Κανόνων, η Εκκλησία αναγνωρίζει και την λεγόμενη ''Οικονομία''. Όπως αναφέρει ο 88ος κανόνας της [[Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος|Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου]]: ''"διδασκόμαστε ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο επομένως πρέπει να θεωρείται προτιμότερη απ' όλα η σωτηρία και η ακεραιότητα του ανθρώπου."''<ref>Πρόδρομος Ι. Ακανθόπουλος, ''Κώδικας Ιερών Κανόνων'' (Κείμενο - Ερμηνεία - Σχόλια), έκδ. Γ', Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 159.</ref>.