Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του "Ιγνάτιος ο Θεοφόρος"

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
μ (Η σημαντικότητα των επιστολών του Ιγνατίου)
(+pt)
 
(96 ενδιάμεσες εκδόσεις από ένα χρήστη δεν εμφανίζονται)
Γραμμή 1: Γραμμή 1:
[[Image:Ignatius.jpg|200px|right|thumb|O Άγιος Ιγνάτιος]]
+
{{Άγιος
Ο '''Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος''' ή '''Ιγνάτιος Αντιοχείας''', είναι ο δεύτερος [[επίσκοπος]] Αντιοχείας, διάδοχος του ''Ευοδίου''. Η περίοδος της επισκοπής του, άρχισε περίπου το 70 και άκμασε κατά τα τέλη του πρώτου αιώνα, με αρχές δευτέρου<ref>Ευσεβίου Εκκλ. Ιστ. 3. 22 κ.ά.</ref>. Σύμφωνα με μεταγενέστερες πηγές ο Ιγνάτιος διετέλεσε μαθητής του Αποστόλου και [[Ευαγγελιστής Ιωάννης|Ευαγγελιστού Ιωάννου]], που αν και από πολλούς αμφισβητείται, σήμερα θεωρείται βέβαιο<ref>Ιερωνύμου Χρονικ. έ. 2116 και μαρτύριον κολβερτ. 1, 1</ref>. Το περιβάλλον που γεννήθηκε και μορφώθηκε, ήταν Ελληνικό, όπως μαρτυρεί το αναπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο των επιστολών του.
+
| Όνομα = Ιγνάτιος Αντιοχείας
 +
| Εικόνα = [[Image:Ignatius.jpg|180px]]
 +
| Όνομα Εικόνας = Ο άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος
 +
| ΗμερομηνίαΓέννησης = άγνωστο
 +
| ΗμερομηνίαΚοίμησης = πιθ. 113 μ.Χ. (107-118)
 +
| ΗμερομηνίαΕορτής = [[Πρότυπο:20 Δεκέμβριος|20 Δεκεμβρίου]]
 +
| Ημερομηνίες = 70 Επίσκοπος Αντιοχείας<br>113 Σύλληψη από Ρωμαίους
 +
| Τίτλος = [[Αποστολικοί Πατέρες|Αποστολικός Πατέρας]], [[Επίσκοπος]]
 +
}}
 +
Ο '''Ιγνάτιος ο Θεοφόρος''' ή '''Ιγνάτιος Αντιοχείας''' (;-περ. 113), αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, που έδρασε στα τέλη του πρώτου, με αρχές του δευτέρου αιώνα. Αποκαλείται [[Αποστολικοί Πατέρες|Αποστολικός πατήρ]] της εκκλησίας και διετέλεσε δεύτερος [[επίσκοπος]] Αντιοχείας. Η επιστολογραφία του αποτελεί σπουδαίο ιστορικό εύρημα για το χριστιανισμό, καθώς μας διασώζει τον ιστορικό τρόπο μετάβασης της αδιάκοπης αποστολικής διαδοχής από τους [[Απόστολοι|αποστόλους]] στους [[Επίσκοπος|επισκόπους]], ενώ διασώζουν και σημαντικά ιστορικά στοιχεία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Τελικώς παρέδωσε τη ζωή του μαρτυρικώς στη Ρώμη επί Αυτοκράτορος Τραϊανού.
  
Στις επιστολές του αυτοαποκαλείται και ''Ιγνάτιος ο Θεοφόρος'', ενώ κατά το μαρτύριό του ονομάζεται ως «''τον Χριστόν έχων εν στέρνοις''», προφανώς λόγω της αφοσίωσής του σ' Αυτόν. Κατά τον ''Συμεώνα τον μεταφραστή'', συγγραφέα του 10ου αιώνα και άλλους μεταγενέστερους, ονομάσθηκε έτσι διότι αυτός ήταν πιθανώς το παιδί που ο Ιησούς κράτησε και έστησε μπροστά στους αποστόλους: «''Και προσκαλεσάμενος ο Ιησούς παιδίον έστησεν αυτό εν μέσω αυτών και είπεν: αμήν λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών''»<ref>Ματθαίος 18/ιη: 2,3</ref>.
+
==Ο βίος του==
  
Κατά τον διωγμό του Τραϊανού (98-117), μεταφέρθηκε από στρατιωτική συνοδεία από την Αντιόχεια στη Ρώμη «''Δεδεμένος δέκα λεοπάρδοις, ό εστι στρατιωτικόν σώμα''»<ref>Ιγνατίου προς Ρωμ. 5: 1</ref>, ενώ ''λεοπάρδους'' αποκαλεί τους στρατιώτες που τον ακολουθούσαν ένεκα της βάναυσης συμπεριφοράς τους. Ο ''Άγιος Ιγνάτιος'' τελικώς μαρτύρησε στη Ρώμη, αφού τον έριξαν εν μέσω λεόντων, όπως μαθαίνουμε από το μαθητή του, [[Ειρηναίος Λουγδούνου|Ειρηναίο Λουγδούνου]]<ref>Έλεγχος 5, 28</ref>, τον [[Ωριγένης|Ωριγένη]]<ref>Ομ. 6 εις Λουκάν</ref> και τον [[Ευσέβιος Καισαρείας|Ευσέβιο Καισαρείας]]<ref>Εκκλ. Ιστ. 3, 36</ref>. O χρονογράφος [[Ιωάννης Μαλάλας]], κατά τον 6ο αιώνα, ισχυρίστηκε ότι ο ''Άγιος Ιγνάτιος'' μαρτύρησε στην Αντιόχεια, κάτι που σήμερα όμως θεωρείται αβάσιμο<ref>Χρονικογρ. 11, Migne Ε. Π. 97, 417</ref>. Σύμφωνα με το (μεταγενέστερο) μαρτυρολόγιό του, δηλαδή το ''Μαρτυρολόγιο του Ιγνατίου'', (7: 1), ο Ιγνάτιος μαρτύρησε την 20ή Δεκεμβρίου του 107. Γι' αυτό και η Εκκλησία μας τελεί τη μνήμη του σε αυτή την ημερομηνία, ενώ η Λατινική την 1η Φεβρουαρίου.
+
Η ζωή του Αγίου Ιγνατίου είναι άγνωστη προς εμάς. Παρά τη μακρά δράση του, στο προσκήνιο της ιστορίας εμφανίζεται μόλις μερικές εβδομάδες πριν το μαρτυρικό του θάνατο<ref>Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 408</ref>. Έτσι για το βίο του γνωρίζουμε μόνο ότι διασώζεται στις επιστολές του, οδηγούμενος προς τη Ρώμη, λίγο πριν το θάνατό του<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177</ref>. Που και πότε γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Το περιβάλλον που μορφώθηκε πρέπει να ήταν ελληνικό, όπως μαρτυρούν οι επιστολές του<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177</ref>, αν και υπετέθη πως ίσως είχε λατινογενή προέλευση, καθώς το όνομα Ιγνάτιος προέρχεται από τη λατινική λέξη ''Ignis'' που αποδίδεται στα ελληνικά ως πυρ (φωτιά). Το όνομα αυτό, συνάμα με αρκετές λατινικές εκφράσεις που υπάρχουν στις επιστολές του, οδήγησε μερικούς ερευνητές να υποθέσουν λατινική καταγωγή, αλλά κάτι τέτοιο δε δύναται να εξακριβωθεί, καθώς αφενός οι λατινικές λέξεις υπάγονται στη στρατιωτική ορολογία, την οποία έμαθε από την παραμονή του ως αιχμάλωτος, αφετέρου το όνομα είναι πιθανό να το απέκτησε την εποχή που έλαβε Ρωμαϊκή υπηκοότητα<ref>Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 408</ref>.
 +
 
 +
Ο Ιγνάτιος αυτοαποκλήθηκε θεοφόρος<ref>Ιγνατίου, Προς Εφεσίους ΒΕΠΕΣ 2, σελ. 264</ref>. Ο λόγος της ονομασίας αυτής παραμένει μέχρι σήμερα ανεξακρίβωτος. Η παράδοση διέσωσε δύο πιθανές εκδοχές για το όνομα αυτό, που όμως από την ιστορική πραγματικότητα απορρίπτονται<ref>Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 40</ref>. Κατά την πρώτη, μετά το θάνατό του βρέθηκε στο στήθος του γραμμένο το όνομα του Χριστού, κατά τη δεύτερη πως ήταν το παιδί που αγκάλιασε ο Ιησούς παρουσιάζοντάς το ενώπιον των μαθητών ως παράδειγμα αθωότητος<ref>Συμεών Μεταφραστού, Μαρτύριον Ιγνατίου 1</ref>. Με βάση τη δεύτερη αιτιολογία μάλιστα έγινε προσπάθεια να οριοθετηθεί η περίοδος που γεννήθηκε. Το πιθανότερο αίτιο αυτής της ονομασίας είναι ο εκκλησιαστικός βίος που διήγαγε, καθώς ο ίδιος μέσω των επιστολών του αναφέρει ως θεοφόρους, αγιοφόρους, χριστοφόρους όλους τους χριστιανούς<ref>Ν. Νικολαΐδης, Αποστολικοί πατέρες, σελ. 175</ref>.
 +
 
 +
Ο Ιγνάτιος δε φαίνεται να είχε λάβει συστηματική μόρφωση, αλλά διακρίνεται μία αυτοδιδακτική ικανότητα η οποία είχε καλλιεργηθεί με τη συναναστροφή με πεπαιδευμένους ανθρώπους, όπως διακρίνεται στις επιστολές του<ref>Χ. Κρικώνης, Αποστολικοί Πατέρες Α΄, σελ. 113</ref>. Άλλωστε η Αντιόχεια στην εποχή του ήταν ένα πολιτιστικό χωνευτήρι, στο οποίο είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα της εποχής του<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177</ref>. Η γνωριμία του με τους αποστόλους θεωρείται βεβαία<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177</ref>. Κατά τον [[Ιωάννης ο Χρυσόστομος|ιερό Χρυσόστομο]] είχε συναναστραφεί τους αποστόλους<ref>Εις Ιγνάτιον 1</ref>, ενώ ο [[Ευσέβιος Καισαρείας|Ευσέβιος]] τον θέλει ακροατή του [[Ιωάννης ο θεολόγος|Ευαγγελιστή Ιωάννη]]<ref>Ευσέβιος, Χρονικόν εις έτος 2122</ref>. Σύμφωνα με τον [[Ωριγένης|Ωριγένη]] επίσης υπήρξε ο δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας, μετά τον [[Απόστολος Πέτρος|Απόστολο Πέτρο]]<ref>Ωριγένους, Ομιλία 6 εις Λουκάν PG 13, 1818, 15</ref>, ενώ κατά τον Ευσέβιο, που είναι και ορθός, ήταν διάδοχος του Ευόδου και προκάτοχος του Ήρωνος<ref>Ευσεβίου Εκκλ. Ιστορία, 3, 22</ref>. Κατά τον Ευσέβιο μάλιστα η  επισκοπεία του τοποθετείται μεταξύ του πρώτου έτους του Βεσπασιανού και του δέκατου του Τραϊανού, δηλαδή μεταξύ 70 και 107. Το κύρος του και η φήμη του φαίνεται πως επεκτεινόταν πέρα από τα όρια της επισκοπής του<ref>Χ. Κρικώνης, Αποστολικοί Πατέρες Α΄, σελ. 113</ref> και ο σεβασμός που επιδεικνυόταν προς το πρόσωπό του είναι κάτι που μας επιβάλλει να τον θεωρήσουμε επίσκοπο οικουμενικού κύρους<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177</ref>.
 +
 
 +
Τελικά συνελήφθη από τος ρωμαϊκές αρχές μεταξύ 107 και 118 και καταδικάστηκε σε θάνατο<ref>Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 409</ref>. Η σύλληψη συνέβη πιθανώς κατά διάρκεια του διωγμού του 112-113 στη Μικρά Ασία, κάτι που συμφωνεί και το αντιοχειανό μαρτυρολόγιο<ref>Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 410</ref>. Η δίκη συνέβη στην Αντιόχεια και η καταδίκη αφορούσε θανάτωση δια θηρίων. Η απόφαση μεταφοράς στη Ρώμη εικάζεται πως στόχο είχε τη θυσία ενός γνωστού χριστιανού ηγέτη στο κοινό της Ρώμης, συνάμα με τον παραδειγματισμό προς νουθεσία των λαών της Μικράς Ασίας και της Ελλάδας, οι οποίοι εμφανίζονταν προθυμότεροι για τη μεταστροφή τους στο χριστιανισμό. Ο Ιγνάτιος μέχρι να φτάσει στη Ρώμη,  πορεύθηκε για αρκετό καιρό, συνοδεία στρατιωτών που αποκαλούντο "λεοπάρδοι" (πιθανώς ανήκουσα σε λεγεώνα φέρων τέτοιο όνομα<ref>Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 411</ref>), οι οποίοι και του φέρονταν βάναυσα. Κατά την πορεία του, σε ενδιάμεσους σταθμούς, απεσταλμένοι εκκλησιών παρίσταντο στον Ιγνάτιο και λάμβαναν τις επιστολές του, για να δεχτούν συμβουλές. Τελικώς μαρτύρησε στις 20 Δεκεμβρίου στη Ρώμη. Τα οστά του μεταφέρθηκαν από τη Ρώμη στην Αντιόχεια, αλλά επανήλθαν και πάλι στη Ρώμη.
 +
 
 +
===Η συνεισφορά του===
 +
 
 +
Ο Ιγνάτιος θεωρείται ως ο πρώτος μεγάλος θεολόγος  μετά τους Αποστόλους. Χάρη σε αυτόν θα λέγαμε πως η εκκλησία προχωρά στη θεμελίωσή της, όχι πλέον περιστασιακά και πρακτικά, αλλά θεολογικά (αν και όχι συστηματικά)<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 174</ref>. Ο Ιγνάτιος μέσα από την αμεσότητα και τη βεβαιότητα των λόγων του βοηθά την εκκλησία, που σε πολλές περιπτώσεις ερωτοτροπούσε με τον ηθικισμό και την αρετολογία, να ξεπεράσει αυτήν την προοπτική. Ταυτόχρονα η μάχη που έδωσε ενάντια στις προσμίξεις και τις αλλοιώσεις του αποστολικού μηνύματος από τον ιουδαϊσμό και το [[Δοκητισμός|Δοκητισμό]], χρησιμοποιώντας μάλιστα τη γλώσσα τους<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 174</ref>, βοήθησε την Εκκλησία να υπερνικήσει και να ξεπεράσει το κλίμα μέσα στο οποίο ανέπνεε, δημιουργώντας μία εκκλησιαστική θεολογία σαφώς διαχωρισμένη από τις μήτρες της αίρεσης.
 +
 
 +
Η θεολογία του αποτελεί συνέχεια της αποστολικής διδαχής<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 174</ref> και συνίσταται από τρεις βασικούς πυλώνες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των εκκλησιών της εποχής. Τη θεολογία του Επισκόπου, της ενότητος της εκκλησίας και της ευχαριστίας. Η θεολογία του μάλιστα θα αποτελέσει πρότυπο στη συνέχεια της εκκλησιαστικής πραγματικότητος, αφού αφενός εξαρτάται από το φωτισμό και τη καθοδήγηση που παρέχει ο Θεός, αφετέρου επισημαίνει διαρκώς την αποκαλυπτική παρουσία του Θεού στην κτίση<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 176</ref>. Τελικά το έργο του κρίνεται ως ένα πολύ τολμηρό και σπουδαίο βήμα στην πορεία του εκκλησιαστικού βίου, αφού παρέχει τη σαφή ιεραρχική οργάνωση της εκκλησίας, τη θεολογία της ενότητος, η οποία μειώνει την ένταση της ταχείας έλευσης του Κυρίου και ποιεί την Αγία Γραφή κύρια πηγή των εκκλησιαστικών συγγραφέων, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στη χριστολογία.
  
 
== Η επιστολογραφία του Αγίου Ιγνατίου ==
 
== Η επιστολογραφία του Αγίου Ιγνατίου ==
  
=== Οι επιστολές του Ιγνατίου ===
+
===Εισαγωγή===
 +
 
 +
Οι επιστολές που φέρουν το όνομα του Αγίου Ιγνατίου δε συμφωνούν μεταξύ τους ούτε κατά τον αριθμό, ούτε κατά το κείμενο<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 414</ref>. Έτσι διασώθηκαν τέσσερις παραλλαγές:
 +
*''Η εκτενής'', η οποία περιλαμβάνει 13 επιστολές και διασώζονται στον κώδικα ''Monac. 394'' του 11ου αιώνος, στα ελληνικά και τον κώδικα 54 του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου, στα λατινικά σε αρχαία μετάφραση
 +
*''Η μικτή'', η οποία περιέχει και αυτή 13, έξι εξ αυτών όπως στις εκτενείς<ref>Μαρίας προς Ιγνάτιον, Ιγνατίου Προς Μαρίαν, Προς Ταρσείς, Προς Φιλληπησίους, Προς Αντιοχείς, Προς Ήρωνα</ref> και των υπολοίπων επτά σε συντομότερο κείμενο. Διασώζεται στα Ελληνικά στον κώδικα ''Mediceus Laur. 57, 7'' του 11ου αιώνος. Ο κώδικας βρίσκεται σε κακή κατάσταση με αποτέλεσμα να εκλείπουν μερικά σημεία από την ''"Προς Ταρσείς"'' και ολόκληρες οι Προς Αντιοχείς, Φιλιππησίους, Ρωμαίους και Ήρωνα. Υπάρχουν επίσης και λατινική μαι αρμενική μετάφραση
 +
*''Η βραχεία'', η οποία διασώζει μόλις τρεις επιστολές
 +
*''Η λατινική'', η οποία περιλαμβάνει τέσσερις ακόμα επιστολές, επιπρόσθετα στις 12 της μικτής.
 +
 
 +
Η εκτύπωση των επιστολών το 1489 και το 1555, προκάλεσαν διχασμό των κριτικών, σχετικά με τη γνησιότητα των επιστολών. Η ένταση αυτή υπήρξε κυρίως μεταξύ των Ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών καθότι η σπουδαιότητα της αξιοπιστίας των επιστολών ήταν πολύ σημαντική. Στις επιστολές αυτές διακυβευόταν η αρχαιότητα του θεσμού τους επισκόπου. Οι καθηγητές Zahn, Funk, Lightfoot και Harnack κατά τα τέλη του 19ου αιώνος κατοχύρωσαν τελικά τη γνησιότητα των επτά σύντομων επιστολών της μικτής παραλλαγής<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 415</ref>.
 +
 
 +
===Οι γνήσιες επιστολές του Ιγνατίου===
 +
 
 +
Οι επιστολές που συνέγραψε ο Ιγνάτιος, συντάχθηκαν λίγο πριν το τέλος της ζωής του και ήταν αυτές που χάρισαν την εξαιρετική τιμή που λαμβάνει μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση και τη συνείδηση των χριστιανών. Χαρακτηρίζονται ως φιλολογικά και θεολογικά μνημεία, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο ίδιος ήταν ικανός συγγραφέας και πως είχε εμπειρία πάνω στο αντικείμενο<ref>Στ. Παπαδόπουλος Α΄, Πατρολογία, σελ. 178</ref>.
 +
 
 +
Οι επιστολές αυτές  εκφράζουν το πολυσχιδές πνεύμα του Ιγνατίου, την πρωτοτυπία της σκέψης του και της έκφρασής του<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 178</ref>. Ο λόγος του είναι άλλοτε λυρικός, άλλοτε δραματικός, αλλού αρμονικός, παρουσιάζοντας σε μερικά σημεία ελαττώματα και ασυνέχειες. Το ύφος του θεωρείται διαυγές, που κατά περιπτώσεις μετατρέπεται σε σκοτεινό, ένεκα των Συριακών καταβολών του και του αυθορμητισμού που τον διέπει<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 178</ref>. Χρησιμοποιεί ρητορικά σχήματα και κυρίως τη δεύτερη ασιανική σοφιστική, αλλά και το στωικισμό. Οι τεχνικές αυτές γίνονται οχήματα, για να εκφράσει τις νουθεσίες του προς τις εκκλησίες, με αγάπη και τρυφερότητα<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 179</ref>, με ταπεινοφροσύνη, σταθερή και αμετακίνητη πίστη στο Χριστό.
 +
 
 +
Ο Ιγνάτιος συνέταξε 7 γνήσιες επιστολές, οι οποίες ήταν οι: ''[[Προς Εφεσίους Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Εφεσίους]]'', ''[[Προς Μαγνησιείς Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Μαγνησιείς]]'', ''[[Προς Τραλλιανούς Επιστολή Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Τραλλιανούς]]'', ''[[Προς Ρωμαίους Επιστολή Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Ρωμαίους]]'', ''[[Προς Φιλαδελφείς Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Φιλαδελφείς]]'', ''[[Προς Σμυρναίους Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Σμυρναίους]]'', ''[[Προς Πολύκαρπον Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Πολύκαρπον]]''. Κύρια ζητήματα που πραγματεύεται είναι η ενότητα των πιστών και κατ επέκτασιν της εκκλησίας, ο θεσμός του επισκόπου, οι αιρετικές διδασκαλίες και ο ενάρετος βίος των πιστών.
 +
 
 +
Σε ότι αφορά τη γνησιότητα των επιστολών του Ιγνατίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οι θεολόγοι Zahn, Funk, Lightfoot και Harnack ακολουθώντας τον Pearson αποφάνθηκαν τελικώς πως οι επτά αυτές επιστολές που βρίσκονται στη μικτή παραλλαγή είναι γνήσιες. Παρόλα αυτά μερικοί ερευνητές όπως οι Βολταίρος, ο Ρενάν, ο Weijenborg είχαν διατυπώσει αντίθετες απόψεις. Οι απόψεις αυτές όμως φαίνονται μεμονωμένες, ενώ παραβλέπουν και μερικά σοβαρά ιστορικά στοιχεία<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 415-416</ref>.
 +
 
 +
Για να μπορέσουν να εντοπίσουν ποιες ήταν γνήσιες και αν τελικώς υπήρξαν τέτοιες, οι εν λόγω θεολόγοι συγκέντρωσαν αρχεία της [[Πατρολογία|πατερικής γραμματολογίας]] όπως του [[Ειρηναίος Λυών|Ειρηναίου]], του [[Ωριγένης|Ωριγένη]],  του Ευσεβίου, του [[Θεοδώρητος Κύρου|Θεοδώρητου Κύρου]], του [[Κύριλλος Αλεξανδρείας|Κυρίλλου Αλεξανδρείας]] κ.α. και τα συνέκριναν με τους κώδικες. Από την έρευνα αποκαλύφθηκε πως οι συνοπτικές επιστολές της μικτής παραλλαγής είχαν αποτελέσει την αρχική συλλογή<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 416</ref>.
 +
 
 +
===Οι νόθες επιστολές===
  
Ο Ιγνάτιος συνέταξε 7 γνήσιες επιστολές, οι οποίες ήταν:
+
Από τις νόθες επιστολές, οι τέσσερις, της λατινικής παραλλαγής δεν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Αντιθέτως όμως με τις έξι της μικτής παραλλαγής. Όλοι σχεδόν σήμερα οι ερευνητές συμφωνούν πως ο πλαστογράφος διαχειρίζεται τον εξελιγμένο [[Μοναρχιανισμός|μοναρχιανισμό]] και [[Γνωστικισμός|γνωστικισμό]], ενώ είχε επιρροές από το δοκητισμό και τον Ιουδαϊσμό<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 430</ref>.
  
* ''[[Προς Εφεσίους Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Εφεσίους]]''
+
Ο συγγραφέας ανήκει στην εποχή του δ΄ αιώνος, ενώ μερικοί ερευνητές θεωρούν πως ήταν κοινωνός [[Αρειανισμός|αρειανικών]] ή [[Απολλιναρισμός|απολλιναριστικών]] απόψεων, με κάτι τέτοιο να μη βρίσκει επαρκή στηρίγματα, καθώς παρουσιάζονται απόψεις που δεν απηχούν αρειανικές ή απολλιναριστικές δογματικές αντιλήψεις<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 430</ref>. Σύμφωνα με τους ερευνητές<ref>D. Hagedorn, Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 435</ref> ο χαλκευτής των Ιγνατιανών επιστολών, είναι ο άνθρωπος ο οποίος συνέταξε τις Αποστολικές διαταγές. Έτσι μελετητές, αντιπαραβάλλοντας τα κείμενα των Αποστολικών διαταγών, θεωρούν βέβαιο ότι τα συνέταξε ο ίδιος καθώς υπάρχουν πολλές ομοιότητες<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 435</ref>. Σύμφωνα μάλιστα με τον D. Hagedorn, πιθανός δημιουργός των δύο αυτών κειμένων είναι ο [[Ιουλιανός ο νεοαρειανός]]<ref>Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 441</ref>.
* ''[[Προς Μαγνησιείς Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Μαγνησιείς]]''
 
* ''[[Προς Τραλλιανούς Επιστολή Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Τραλλιανούς]]''
 
* ''[[Προς Ρωμαίους Επιστολή Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Ρωμαίους]]''
 
* ''[[Προς Φιλαδελφείς Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Φιλαδελφείς]]''
 
* ''[[Προς Σμυρναίους Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Σμυρναίους]]''
 
* ''[[Προς Πολύκαρπον Επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου|Προς Πολύκαρπον]]''
 
  
Οι 6 από τις 7 Γνήσιες αυτές επιστολές του Ιγνατίου, έχουν ως κύριο στόχο:
+
Τα νόθα κείμενα επίσης δύναται να διαχωριστούν σε δύο κομμάτια. Στον πυρήνα των γνήσιων επιστολών και στα παρεμβαλλόμενα. Στην έρευνα λοιπόν που διεξήχθη, συγκρίνοντας τα κομμάτια των νόθων με αυτά των γνήσιων, απεκαλύφθη τελικά πως η αρχική συλλογή (Συλλογή της Σμύρνης) συγκροτήθηκε αυτόματα, ενώ το υλικό των έξι νόθων διακρίνεται από αυτό και φιλολογικώς<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 432</ref>.
  
* ''Την ομόνοια μεταξύ των πιστών'' ["Χρήσιμον ουν εστιν υμάς εν αμώμω ενότητι είναι, ίνα και Θεού πάντοτε μετέχετε" (Προς Εφεσ. 4, 1), κλπ]
+
==Διδασκαλία==
* ''Την υπακοή στον Επίσκοπο'', ως το κέντρο της Εκκλησιαστικής εν Χριστώ ζωής και ενότητας της Εκκλησίας, καθώς και τον σεβασμό στο Πρεσβυτέριο και τους Διακόνους.
 
* ''Αποφυγή των ετεροδοξιών'', και
 
* ''Εμμονή στην αρετή και την πίστη''.
 
  
Η προς Ρωμαίους επιστολή συντάχθηκε με σκοπό να πείσει τους Χριστιανούς της Ρώμης να μη αποπειραθούν να προβούν σε ενέργειες για τη διάσωσή του από το μαρτύριο, επειδή επιθυμούσε το ταχύτερο να επιτύχει δια του μαρτυρικού θανάτου του, την τελείωση. Η επιστολή αυτή  έχει διαφορετική θεματολογία και ύφος, λόγω των ειδικών  συνθηκών κάτω από τις οποίες συνεγράφη. Η προς Ρωμαίους ανευρέθηκε στον κώδικα ''Paris. gr. 1475'' τού 10ου αιώνα.
+
===Εισαγωγή===
  
=== Η σημαντικότητα των επιστολών του Ιγνατίου ===
+
Οι Αποστολικοί πατέρες απεύθυναν τις επιστολές τους σε ομόπιστους χριστιανούς. Το γεγονός αυτός προσδιορίζει τη διδασκαλία τους γύρω από την εκκλησιαστική θεολογία<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων, σελ. 169</ref>.
  
Οι πληροφορίες για το βίο του ''Ιγνατίου'' που σήμερα διασώζονται είναι ελάχιστες και κατά βάση προέρχονται από τις επιστολές του. Η σημαντικότητα των επιστολών του όμως είναι σπουδαία διότι μέσα από την επιστολογραφία του διακρίνουμε τη σαφή αποστολική διαδοχή από τον [[Τάξη των Προφητών|Προφήτη]] στον επίσκοπο, που από την προτεσταντική θεολογία αμφισβητείται ώστε να εκφραστεί είτε το φαινόμενο της έκπτωτης εκκλησίας, είτε το φαινόμενο μιας εκκλησίας χωρίς ιερατείο. Καθαυτές τις ομολογίες ο [[Ιησούς Χριστός|Χριστός]] ουδέποτε παρέδωσε ιερατείο και οι απόστολοι ποτέ δεν έδωσαν το ιερατικό χρίσμα στους [[Τάξη των Προφητών|προφήτες]], μια ιερατική ομάδα που αποτέλεσε διάδοχο των αποστόλων και πρόγονο των [[Επίσκοπος|επισκόπων]]. Η έννοια προφήτης στηρίχθηκε καθαυτούς σε διάφορα επιχειρήματα, πως αντιστοιχεί μόνο προς το χάρισμα. Ο Ιγνάτιος όμως, φορέας της αποστολικής διδαχής, μέσω των επιστολών, σαφώς επιβεβαιώνει το κύρος της αποστολικής διαδοχής μέσα από τις επιστολές του, μια διαδοχή, η οποία ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται προοδευτικά τόσο από την επιστολή [[Κλήμης Ρώμης|Κλήμεντα Ρώμης]], ο οποίος απαριθμεί ως επισκοπή το προφητικό αξίωμα, δηλαδή έχουμε μια πρώτη διαδοχή των όρων, αλλά και στον [[Ποιμήν του Ερμά|Ποιμένα του Ερμά]], που παρατηρείται επίσης αντικατάσταση των όρων.
+
Κεντρικό σημείο στη διδασκαλία του Ιγνατίου είναι ο Χριστός, ο οποίος είναι κεφαλή της εκκλησίας. Σε ότι αφορά τη χριστολογία, ακολουθεί τον Παύλο, ενώ σε ότι αφορά τη θεολογία της προϋπάρξεως του Λόγου, τον Ιωάννη<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 420</ref>. Η οικειότητά του με την [[Καινή Διαθήκη]] είναι ευδιάκριτη μέσα από τα κείμενά του. Στις επιστολές όμως δε συναντάμε κατά γράμμα αναφορές. Κάτι τέτοιο όμως είναι λογικό, αφού οι επιστολές εγράφησαν κατά την αιχμαλωσία του, γι αυτό και οι αναφορές είναι από μνήμης<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 420</ref>. Υπάρχουν επίσης και αποσπάσματα από απόκρυφα ευαγγέλια, καθώς και άλλα τεμάχια που προέρχονται από τη λειτουργική πράξη της εκκλησίας.
  
Οι επιστολές είναι επίσης σημαντικές διότι συγκρινόμενες με άλλα αρχαιότερα πρωτοχριστιανικά συγγράμματα, μας δείχνουν περίπου το χρονικό σημείο, στο οποίο είχε εκκινήσει η μετάβαση από την ηγεσία των [[Απόστολος|Αποστόλων]] και [[Τάξη των Προφητών|Προφητών]], προς τους Επισκόπους, μια και λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα, όπως εξάγεται από το πρωτοχριστιανικό Σύγγραμμα της ''[[Διδαχή των Αποστόλων|Διδαχής των 12 Αποστόλων]]'', λειτουργούσε ακόμα σε εκτεταμένη έκταση ο θεσμός των ''Προφητών'', που ήταν και οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων. Από τον ''Άγιο Ιγνάτιο'', διασώζονται 7 γνήσιες συνοπτικές επιστολές, που βρίσκονται σε δύο μορφές. Μια συνοπτική και μια πιο μακροσκελή. Στη μακροσκελή τους μορφή αξιολογούνται σήμερα ως ψευδεπίγραφες και πως συντάχθηκαν μεταξύ 2ου και 4ου αιώνα. Πιθανότερος πλαστογράφος φέρεται ο ''Νεοαρειανός Ιουλιανός'', υπεύθυνος και για πλαστογράφηση πολλών άλλων πρωτοχριστιανικών κειμένων. Οι πρώτες τέσσερις επιστολές παραδόθηκαν από τον ίδιο στη ''Σμύρνη'' κατά τη σύλληψή του στην ''Αντιόχεια'', ενώ άλλες τρεις όταν έληξε ο διωγμός και βρισκόταν στην ''Τρωάδα''. Από εκεί μεταφέρθηκε από το ''Δυρράχιο'' πιθανότατα, δια θαλάσσης στο ''Βρινδήσιο'', και από εκεί πεζός ως τη ''Ρώμη'', όπου και μαρτύρησε.
+
Ο Άγιος Ιγνάτιος επίσης είναι αρκετά σκληρός προς τους αιρετικούς. Φαίνεται πως την εποχή του ταλάνιζαν ιδιαίτερα δύο σημαντικά προβλήματα. Ο δοκητισμός και ο Ιουδαϊσμός. Η περίπτωση μάλιστα του [[Δοκητισμός|Δοκητισμού]] αντιμετωπίζεται ήδη από το [[Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον]]. Οι αιρετικοί κατά τον Ιγνάτιο διασπούν την ενότητα της εκκλησίας. Οι [[δοκητές]] για παράδειγμα αρνούνται τον πραγματικό θάνατο του Ιησού και ουσιαστικά την αληθινή σάρκωση του Υιού. Όσοι λοιπόν εμμένουν στην αίρεση αρνούνται το Χριστό και τελικά θα τους αρνηθεί και Αυτός. Συνέπεια αυτού θα είναι η κατάσταση του αιώνιου πνευματικού θανάτου, διότι η άρνηση στην εκκλησία είναι άρνηση του Χριστού και αποκοπή από το ζωοφόρο σώμα Του, αφού δίχως ''"(Χριστό) το αληθινόν ζην ουκ έχομεν"''<ref>Προς Τραλλιανούς 9, 2</ref> καθώς Αυτός ''"εστίν αρχή ζωής και τέλους"''<ref>Προς Εφεσίους 14, 1</ref>.
  
=== Η αξιοπιστία των Συνοπτικών Επιστολών του Ιγνατίου ===
+
===Θεολογία===
  
Οι 7 γνήσιες επιστολές του ''Ιγνατίου'', σήμερα αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σημεία τριβής στην παγκόσμια θεολογική κοινότητα. Αυτό διότι η ύπαρξή τους, αναιρεί πολλές προτεσταντικές ομολογίες, οι οποίες αρνούνται την επισκοπική ως γνήσια αποστολική διαδοχή. Έτσι πολλοί θεολόγοι διαφωνούν για τη γνησιότητα των συνοπτικών συγγραμμάτων, αν και υπάρχουν σήμερα στοιχεία που καταδεικνύουν ως επικρατέστερη άποψη, την γνησιότητά τους. Εκτός από τις γνήσιες 7 Συνοπτικές επιστολές του ''Ιγνατίου'', υπάρχει και η ''Βραχεία Παραλλαγή'', αλλά και η ''Λατινική παραλλαγή'' των εκτενών επιστολών, μαζί με μερικές ακόμα πλαστές με αποτέλεσμα ορισμένοι θεολόγοι να αμφισβητούν πέραν των νοθευμένων και τις γνήσιες επιστολές. Η ''Βραχεία παραλλαγή'', περιλαμβάνει στη Συριακή τρεις μόνο επιστολές, και μάλιστα σε επιτομή, τις: ''Προς Εφεσίους'', ''Προς Ρωμαίους'' και ''Προς Πολύκαρπον''. Επίσης η ''Προς Ρωμαίους'' υπάρχει και με άλλη μορφή, στην Αραβική, ενώ η Λατινική παραλλαγή περιλαμβάνει τέσσερεις άλλες επιστολές: ''Θεοτόκου Προς Ιγνάτιον'', ''Ιγνατίου Προς Θεοτόκον'' και ''Προς Ιωάννην Α''' και ''Β''', μαζί με τις 12 της μικτής παραλλαγής, πλην της ''Προς Φιλιππησίους''.
+
Η πίστη των Αποστολικών πατέρων στην [[Αγία Τριάδα]], δεν είναι προϊόν προσωπικού στοχασμού, αλλά πίστη που έχει δεχθεί ο πιστός στην Εκκλησία με το [[Βάπτισμα|Βάπτισμά]] του<ref>J. Lebreton, Histoire du Dogme de la Trinite. Des origines au concile de Nicee II, Paris 1928, σελ. XIII</ref>. Στον Ιγνάτιο μάλιστα ανευρίσκουμε το μοναδικό αποστολικό πατέρα στον οποίο απαντάται η Αγία Τριάδα<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία, σελ. 423</ref>. Ο Θεός λοιπόν για τον Ιγνάτιο είναι Ένας και ενιαίος<ref>Προς Μαγνησιείς 8, 2: ''"Εις Θεός εστίν, ο φανερώσας εαυτόν δια Ιησού Χριστού"''</ref>. Είναι υπερβατικός και ο δημιουργός της εκκλησίας. Η εκκλησία κατά τον Ιγνάτιο είναι ''"του Θεού Πατρός και του ηγαπημένου Ιησού...εν αμώμω Πνεύματι"''<ref>Προς Σμυρναίους, Πρόλογος</ref> και είναι οικοδόμημα του [[Θεός Πατήρ|Θεού Πατρός]]. Οι πιστοί αποτελούν τους λίθους της εκκλησίας και ο [[σταυρός]] του Ιησού τη ''"μηχανή"'' με την οποία οι λίθοι (πιστοί), αναφέρονται στα ύψη της οικοδομής. Το [[Άγιο Πνεύμα]] είναι το ''"σχοινί"'' για την αναφορά των λίθων<ref>Προς Εφεσίους 9, 1. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 171</ref>. Γίνεται λοιπόν φανερό, πως κατά τον Ιγνάτιο, ολόκληρη η τριάδα ενεργεί, παρά τη διάκριση των προσώπων<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία, σελ. 423</ref>.  
  
Υπάρχουν όμως και επιχειρήματα τα οποία καταδεικνύουν πως οι συνοπτικές επιστολές του ''Αγίου Ιγνατίου'', με ισχυρά επιχειρήματα είναι οι γνήσιες. Εν αρχή πρέπει να τονιστεί ότι η συντομότερη μορφή των επιστολών του ''Αγίου Ιγνατίου'' παρατίθεται σε επιστολές σε συγγράμματα Χριστιανών του 2ου και 3ου αιώνα, κάτι που δεικνύει πως οι επιστολές του ήταν υπαρκτές και γνωστές. Χαρακτηριστικό είναι πως ο [[Ειρηναίος]] και άλλοι Εκκλησιαστικοί συγγραφείς, αναφέρονται αυτολεξεί σχεδόν, σε εδάφια των επιστολών αυτών, όπως υπάρχουν στη Συνοπτική μορφή των 7 γνησίων επιστολών. Σε αυτό συνηγορεί και η διασωθείσα Αρμενική μετάφραση, αλλά και τα διασωθέντα αποσπάσματα Συριακής και Κοπτικής μεταφράσεως, που συμφωνούν απόλυτα με τις επιστολές αυτές.
+
Ο Ιησούς κατά τον Ιγνάτιο, είναι ο Υιός και Λόγος του θεού<ref>Προς Μαγνησιείς 8, 2</ref>, ο οποίος προήλθε από τη σιγή, για να ευαρεστήσει Αυτόν που τον απέστειλε. Η έκφραση μάλιστα ''"από σιγής προελθών"'' δηλώνει την απόσταση η οποία χωρίζει τη θεότητα, από την κτιστή πραγματικότητα<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 173</ref>. Γι αυτό και το μόνο που αρμόζει για την υπόστασή του είναι η σιγή, καθώς ο ανθρώπινος νους δε μπορεί να προσπελάσει αυτή την πραγματικότητα, όπως άλλωστε και το φαινόμενο της σάρκωσεως του Υιού το οποίο επίσης ''"εν ησυχία Θεού επράχθη"''<ref>Προς Εφεσίους 19, 1</ref>. Έτσι γίνεται φανερό πως η αποφατικότητα του Ιγνατίου διευρύνεται και στο μυστήριο της σαρκώσεως. Ο Ιησούς λοιπόν είναι ανόμοιος από την κτιστή πραγματικότητα και σκοπό είχε να φέρει τη νέα αΐδια ζωή<ref>Προς Εφεσίους 19, 2</ref>. Είναι τέλειος Θεός και προεξαγγέλθηκε από τους προφήτες<ref>Προς Μαγνησιείς 8, 2</ref>. Φανέρωσε δε τη σοφία Του σε όσους θεμελίωσαν την αμετακίνητη πίστη τους στην αγάπη του αίματός του<ref>Προς Σμυρναίους 1, 1</ref>. Γι αυτό είναι ο Θεός της Εκκλησίας<ref>Προς Εφεσίους, Πρόλογος</ref>, χαρακτηρίζοντας μάλιστα το πάθος του, πάθος Θεού<ref>Προς Ρωμαίους 6, 3</ref> και τον άρτο και τον οίνο της [[Θεία Ευχαριστία|Θείας Ευχαριστίας]], σώμα και αίμα Θεού<ref>ο.π. 7, 3</ref>.  
  
Έτσι παρατηρούμε πως:
+
Το Άγιο Πνεύμα παρέχει τη κοινή ζωή της αγάπης. Αυτή η ζωή εννοείται μόνο ''"εν Υιώ και Πατρί και εν Πνεύματι"''<ref>Προς Μαγνησιείς 13, 1</ref>. Η απαρχή της ζωής αυτής είναι γίνεται με τη σάρκωση, ενώ το Άγιο Πνεύμα τη σφραγίζει. Η [[Θεοτόκος]] μάλιστα κυοφόρησε τον Ιησού, με τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος<ref>Προς Εφεσίους 18, 2</ref>.
  
* ''Πολύκαρπος Επίσκοπος Σμύρνης'' (Κεφ. ιγ) «''τας επιστολάς Ιγνατίου... επέμψαμεν υμίν... εξ ων μεγάλα ωφεληθήναι δυνήσεσθε. Περιέχουσι γαρ πίστιν και υπομονήν και πάσαν οικοδομήν, την εις τον Κύριον ημών ανήκουσαν''».
+
====Χριστολογία====
  
* ''Ειρηναίος Επίσκοπος Λυών (130 - 202 μ.Χ.).'': Έλεγχος 28, 4 και μέσω Ευσεβίου Εκκλησιαστική Ιστορία 3, 36. Παράβαλε με Ιγνατίου προς Ρωμαίους 4, 1.
+
Οι Αποστολικοί Πατέρες για την προΰπαρξη του Υιού και τη θεότητά του παρέχουν ικανές μαρτυρίες<ref>Κ. Σκουτέρης, Ενθ.αν., σελ. 171</ref>. Κύριος σκοπός των χριστολογικών αναφορών είναι να στηρίξουν τους πιστούς για το έργο που επιτελεί το γεγονός της σαρκώσεως και συνάμα η προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι δοκητικές πλάνες<ref>Ν. Νικολαΐδης, Αποστολικοί Πατέρες, σελ. 389</ref>.
  
* ''Ωριγένης (182 - 254 μ.Χ.)'': Περί Προσευχής 20 (Παράβαλε με Ιγνατίου προς Ρωμ. 3, 3). Ερμηνεία εις άσμα προλεγόμενα. (Παράβαλε με Ιγνατίου προς Ρωμαίους 7, 2). Ομιλία εις Λουκάν (Παράβαλλε Ιγνατίου προς Εφεσίους 19, 1)
+
Η χριστολογία δε του Ιγνατίου εντυπωσιάζει. Και εντυπωσιάζει, διότι αναφέρεται με σαφήνεια στις δύο φύσεις του Χριστού, παρά την εποχή της συγγραφής των έργων του. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
  
* ''Θεοδώρητος Κύρου (393 - 457)'' Harnack Gesch. d. altchr. Lit. 1. Leipzig 1893, σελ. 79 - 86.
+
:''"Εις ιατρός εστί, σαρκικός τε και πνευματικός, γεννητός και αγέννητος, εν σαρκί γενόμενος θεός, εν θανάτω ζωή αληθινή, και εκ Μαρίας και εκ Θεού, πρώτον παθητός και τότε απαθής, Ιησούς Χριστός ο Κύριος ημών"''<ref>Προς Εφεσίους 7, 2</ref>,
  
Με τις εργασίες των ''Zahn, Funk, Lightfoot'' και ''Harnack ''κατά τα τέλη του παρελθόντος αιώνος, οι οποίοι ακολούθησαν την γραμμή την οποία είχε δείξει δύο αιώνες πριν ο ''Pearson'', κατοχυρώθηκε η γνησιότητα των επτά συντόμων επιστολών της μικτής παραλλαγής, δηλαδή, των Εφεσίους, Τραλλιανούς, Μαγνησιείς, Ρωμαίους, Φιλαδελφείς, Σμυρναίους και Πολύκαρπον.  
+
:''"Τον υπέρ καιρόν προσδόκα, τον άχρονον, τον αόρατον, τον δι ημάς ορατόν, τον αψηλάφητον, τον απαθή, τον δι υμάς υπομείναντα"''<ref>Προς Σμυρναίους 5, 2</ref>.
  
Ερευνητές όμως διατύπωσαν διάφορες απόψεις επί του θέματος. Ο ''Ρενάν'' δέχεται ως γνήσια μόνο την Προς Ρωμαίους, απορρίπτοντας τις άλλες λόγω της διαφοράς ύφους, διαθέσεως και θέματος, σαν να είναι υποχρεωμένος κάθε συγγραφέας να γράφει μόνο για ένα θέμα και μόνο με μία διάθεση<ref>Les Evangiles et la seconde generation chretienne, Paris 1877, σελ. Χ και εξής</ref>. Ο ''Βόλτερ'' ακολουθώντας τον Μαλάλα, σχετικά με την εκτέλεση του μαρτυρίου του ''Ιγνατίου στην Αντιόχεια'', ισχυρίζεται πως ο Ιγνάτιος δεν πήγε ποτέ στη Ρώμη, και αρνείται πως έγραψε οποιεσδήποτε επιστολές, προβάλλοντας την εντελώς απίθανη γνώμη ότι τις επιστολές αυτές τις έγραψε ο φανταστικός Περεγρίνος του Λουκιανού<ref>Die ignatianischen Briefe auf ihren Ursprung untersucht, Tuebingen 1892</ref>. Ο ''Weijenborg'' αρνείται επίσης την υπό του Ιγνατίου σύνταξη των επιστολών, και τοποθετεί τις επιστολές που είναι στο όνομά του – και της εκτενούς και της μικτής παραλλαγής – στην περίοδο μετά το 360, προτείνοντας τον ''Ευάγριο Αντιοχείας'' ως τον πιθανό συγγραφέα. Παρακάμπτει όμως το γεγονός το ότι ο Ευσέβιος Καισαρείας είχε παραθέσει ολόκληρο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους επιστολής του Ιγνατίου στην Εκκλησιαστική Ιστορία του<ref>Εκκλ. Ιστορία 3, 36</ref>, όπου παρατίθεται το κεφ.5 της Προς Ρωμαίους επιστολής του Ιγνατίου,  αποδίδοντας και το έργο του Ευσεβίου σε νοθευτή που εργάσθηκε μετά το 360.
+
:''"...τον αφ ενός Πατρός προελθόντα και εις ένα και χωρήσαντα"''<ref>Προς Μαγνησιείς 7, 2</ref>.
  
=== Ο νοθευτής των Μακροσκελών και των Προσθέτων επιστολών ===
+
Είναι χαρακτηριστικά και ιδιαίτερα περιεκτικά τα χωρία αυτά, καθώς αναφέρονται στις δύο φύσεις του Χριστού, στον τρόπο σαρκώσεως, στην αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των δογμάτων Α΄, σελ. 176</ref> και στην ενότητα και διαφορότητα Πατρός και Υιού. Επιπρόσθετα απευθυνόμενος προς τον Πολύκαρπο, ερμηνεύει την πραγματικότητα της θείας φύσης του Χριστού, τις ιδιότητές της και την αλήθεια της ανθρωπότητάς του και τις ιδιαιτερότητές της<ref>Ν. Νικολαΐδης, Αποστολικοί Πατέρες, σελ. 411</ref>.
  
Στην εποχή του 355-380 περίπου άκμασε κι έδρασε ο νεοαρειανός ''Ιουλιανός''. Έζησε μάλλον στην Αντιόχεια και αναμίχτηκε με δικό του σιωπηρό τρόπο στις θεολογικές συζητήσεις της εποχής. Ο ίδιος έδρασε ως υπομνηματιστής, αλλά και ως συμπιλητής και φαλκιδευτής εκκλησιαστικών κειμένων. Γνώριζε την ερμηνευτική παράδοση της ''Αλεξάνδρειας'' και της ''Αντιόχειας'', την κανονιστική γραμματεία της Εκκλησίας και τον τρόπο να κυκλοφορεί τις απόψεις του μέσω κειμένων του που δεν αναφέρουν το όνομά του. Θεολογικά ήταν τοποθετημένος με τους νέο-αρειανούς ή [[Αρειανισμός|Ευνομοιανούς]] (Αέτιο, Ευνόμιο) ή το λιγότερο κινήθηκε μεταξύ αυτών και των όμοιων. Για την ζωή του δεν γνωρίζουμε τίποτα, ούτε μπορούμε να τον ταυτίσουμε με άλλον σύγχρονό του Ιουλιανό.
+
Είναι χαρακτηριστικό επίσης, πως για τον Ιγνάτιο οποιαδήποτε απο-θεοποίηση του Χριστού αποθεμελιώνει τη χριστιανική πίστη, ενώ με αυτόν τον τρόπο καταδικάζει και τη δοκητική πλάνη που αμφισβητούσε την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης του Ιησού. Θεότητα λοιπόν και ανθρωπότητα ενυπάρχουν στο ένα πρόσωπο του Ιησού. Γι αυτό και ο Χριστός ''"παρα τω πατρί ην και εν τέλει εφάνη"''<ref>Προς Μαγνησιείς 6, 1</ref>, ενώ συνάμα είναι υιός ανθρώπου και υιός Θεού<ref>Προς Εφεσίους 20, 2</ref>. Ο Χριστός ήλθε για να φέρει την καινή ζωή και τη σωτηρία, ενώ θεωρεί πως Ιουδαϊσμός και λόγοι του Ιησού, βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή<ref>Προς Μαγνησιείς 10, 3</ref>.
  
Το όνομα του Ιουλιανού βρίσκεται στις ερμηνευτικές Σειρές στον Ιώβ. Ταυτίζοντας μ' ευκολία το πλήθος ερμηνευτικών αποσπασμάτων, που φέρουν το όνομα αυτό, με το ανώνυμα παραδιδόμενο στα χειρόγραφα (Paris gr. 454 και 169) υπόμνημα στον [[Ιώβ]], έχουμε τον συντάκτη του τελευταίου, που από παρανόηση είχε θεωρηθεί έργο του ''Ιουλιανού Αλικ''(αρνασσέα) ή του [[Ωριγένης|Ωριγένη]]. Ο ''D. Hagedorn'', βάσει των παραπάνω χειρογράφων και των Σειρών, εξέδωσε κριτικά (1973) το υπόμνημα τούτο και με συγκριτική μελέτη στερέωσε την παλαιότερη υπόθεση ότι ο συντάκτης του Ιουλιανός ταυτίζεται με τον ανώνυμο συμπιλητή της κανονιστικής συλλογής «''Διαταγαί των Αποστόλων''», όπως και με τον ανώνυμο συντάκτη των λεγόμενων εκτενών «''ψευδο-Ιγνατιανών Επιστολών''». Πράγματι τα παράλληλα χωρία στα κείμενα αυτά είναι πολλές φορές εντυπωσιακά. Το ίδιο παρατηρείται και για θεολογικά σημεία τους. Επομένως η πρόταση του ''Hagedorn'' είναι δικαιολογημένη και μας υποχρεώνει να περιλάβουμε τα τρία κείμενα στο παρόν κεφάλαιο. Το ασθενές σημείο της προτάσεως είναι η έλλειψη κοινής για τα τρία έργα ορολογίας, κάτι που ίσως εξηγεί ο συμπιληματικός χαρακτήρας της επεμβάσεως του Ιουλιανού σε υλικό παλαιότερο. Διατυπώθηκε ακόμα η μη ευλογοφανής υπόθεση ότι τα τρία κείμενα συμπιλήθηκαν σε οργανωμένο εργαστήριο κατασκευής ψευδεπίγραφων, όπου εργαζόταν ολόκληρη ομάδα ειδικών με κάποιον επικεφαλής (Μ. Metzger).
+
===Εκκλησιολογία===
 +
====Άνθρωπος και εκκλησία====
  
Τέλος πρέπει να αναφέρουμε και το Μαρτύριο του Ιγνατίου. Σήμερα διασώζονται πέντε ''Μαρτύρια'', από τα οποία αρχαιότερο θεωρείται αυτό που εκδόθηκε το 1689, από τον ''Th. Ruinart'', από χειρόγραφο του 10ου αιώνα, της ''Κολβερτινής'' βιβλιοθήκης των Παρισίων, γι' αυτό και λέγεται συνήθως ''Κολβερτινόν Μαρτύριον''. Αυτό είναι αναντίρρητα έργο του 4ου ή του 5ου αιώνα, αν και προβάλλει την αξίωση ότι γράφθηκε από αυτόπτες μάρτυρες και φυσικά δεν ανήκει στα γνήσια συγγράμματα του αγίου Ιγνατίου.
+
Κατά τον Ιγνάτιο η επιδίωξη του ανθρώπου είναι η απόκτηση ενός είδους ζωής, τελειότερης μορφής. Σκοπός δηλαδή είναι η κατάκτηση της αληθινής ζωής. Το σύστημα των θείων ενεργειών και της ανθρώπινης προς αυτές ανταπόκρισης, οδηγεί στην κατάκτηση της αιωνίου ζωής. Ο Χριστός λοιπόν ενανθρωπήστηκε για αυτό ακριβώς το λόγο. Για να φέρει σε πραγματική επαφή την ανθρώπινη φύση με τη θεία. Ο Ιησούς ήλθε για να φέρει σωτηρία στο ανθρώπινο γένος<ref>Προς Εφεσίους 18, 1</ref>, κάτι που επετεύχθη με την σταυρική Του θυσία και την ανάστασή Του. Ο θάνατος πλέον καταργείται και οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνιο ζωή.
  
=== Εκδόσεις επιστολών ===
+
Η νέα κατάσταση που έφερε ο Χριστός, εγκαινιάζεται από την εκκλησία Του. Αυτή περιλαμβάνει όσους πιστεύουν σε αυτή ορθά. Η κεφαλή της εκκλησίας είναι ο Χριστός, και όποιος αληθινά βιώνει την εμπειρία της, είναι πραγματικά ενωμένος με αυτή. Άλλωστε όπου βρίσκεται Χριστός, εκεί βρίσκεται και η πραγματική εκκλησία<ref>Προς Σμυρναίους 8, 2</ref>. Οι πιστοί μετά το βάπτισμα γίνονται μέλη του σώματος του Χριστού, όπου η συμφωνία και σύμπνοια είναι εκδηλώσεις της φυσικής της καταστάσεως. Η ενότητα μάλιστα της εκκλησίας αποτελεί απαραίτητο θεμέλιο για την σχέση των πιστών με το Θεό<ref>Προς Εφεσίους 4, 1-2</ref>. Οι συναθροίσεις της είναι ένα από τα βασικότερα σημεία της ζωής της νέας κοινότητας. Η τέλεση δε των μυστηρίων διοχετεύει τη χάρη του θεού η οποία καθαιρεί τις δαιμονικές δυνάμεις και αποτελούν φάρμακο αθανασίας<ref>Προς Εφεσίους 20, 2</ref>. Οι [[Αίρεση|αιρέσεις]] αντιθέτως επιφέρουν διάσπαση της ενότητας, οπότε οι αιρετικοί δε δύναται να βρουν σωτηρία, αφού στερούνται του πραγματικού άρτου της ζωής.
  
Από τις επιστολές του Ιγνατίου, γνήσιες και νόθες, εκδόθηκαν αρχικά 3 νόθες, οι εξής:
+
Η εκκλησία λοιπόν κατά τον Ιγνάτιο είναι ευλογημένη, προορισμένη προ αιώνων, αξιομακάριστος, αγία, εκλεκτή και αξιόθεος<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 187</ref>. Η περιγραφή που κάνει για την εκκλησία ο Άγιος Ιγνάτιος μας δίνει την ξεκάθαρη εικόνα μιας εκκλησίας που είναι ο συνεχιστής του ίδιου του Χριστού. Συνεχίζει το απολυτρωτικό του έργο και αποτελεί την ορατή απόδειξη της αδιάκοπης παρουσίας Του στον κόσμο<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 187</ref>. Η εκκλησία κατέχει ολόκληρη τη χάρη του Θεού και παρέχει στους πιστούς την αλήθεια του ευαγγελίου. Η εκκλησία μάλιστα δεν αποτελεί απλώς το έργο του Θεού, αλλά υπάρχει αϊδίως στη βουλή Του, μία άποψη που ασπάζονται και οι [[Κλήμης Ρώμης]] και ο [[Ποιμήν του Ερμά|Ποιμένας του Ερμά]]<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 187</ref>. Η εκκλησία είναι ένα ζωντανό μέλος το οποίο βρισκεται σε ακατάλυτη ενότητα και πληρότητα και αποτελεί ζωντανό σώμα. Η ενότητα αυτή αφείλεται στον Ιησού Χριστό που είναι το θεμέλιο και η κεφαλή της εκκλησίας.
  
''Προς τον Απόστολο Ιωάννη''»,  
+
Στην εκκλησία δεν υπάρχει ίδιον και αυτονομημένα άτομα, αλλά μία εσωτερική σύμπνοια και συμφωνία. Έτσι αποτελεί ''"μία προσευχή, μία δέησις, ένας νους, μία ελπίς εν αγάπη, εν τη χαρά αμώμω, ο εστίν Ιησούς Χριστός, ου άμεινον ουδέν εστίν. Πάντες ως εις ένα ναόν συντρέχουν Θεού, ως επί εν θυσιαστήριον, επί ένα Ιησούν Χριστόν, τον αφ ενός Πατρός προελθόντα και εις ένα όντα και χωρήσαντα"''<ref>Προς Μαγνησιείς 7, 1-2</ref>. Η ενότητα αυτή όμως έχει τον εξωτερικό, ιστορικό και ορατό της τύπο. Αυτός είναι η συμφωνία επισκόπου, πρεσβυτέρου και πιστών. Ο επίσκοπος δε, είναι το σύμβολο και η οδός της ενότητας<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 192</ref>, είναι η δύναμη εκείνη που έχει τη χαρισματική ευθύνη της συνοχής και της συγκρότησης του σώματος<ref>Προς Φιλαδελφείς 9, 1</ref>. Αυτό συμβαίνει διότι αυτός είναι ο οικονόμος των μυστηρίων. Η πληρότητα της ζωής και η αγάπη μέσα στην εκκλησία εκφράζεται με την [[Θεία Ευχαριστία]], διότι η εκκλησία είναι η συνέχεια του Κυριακού Δείπνου<ref>Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 194</ref>. Εξού και η εκκλησία κατά το θεοφόρο αυτό πατέρα σημαίνεται και πραγματώνεται στο ευχαριστιακό Δείπνο.
*«''Προς την Παρθένο Μαρία''»,  
 
*«''απάντησή της''» (Παρίσι 1495).
 
  
Η Εκτενής Παραλλαγή, εκτυπώθηκε Λατινικά το 1489 και Ελληνικά το 1555, και προκάλεσε διχασμό των κριτικών, οφειλόμενο αρχικά και στις αντιθέσεις μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών ως προς την αρχαιότητα του θεσμού του Επισκόπου. Το 1498 εκδόθηκε, στο Παρίσι αρχικά, η νοθευμένη συλλογή των 7 γνησίων επιστολών, και οι νόθες, σε Λατινική μετάφραση. Το Ελληνικό τους κείμενο, εκδόθηκε το 1557 από τον ''V. Hariung'', στο ''Dillingen''. Στον ''Migne'' E. Π. 5, 643 - 960, βρίσκονται οι 7 γνήσιες επιστολές στον νοθευμένο εκτενέστερο τύπο, και οι 6 νόθες. Η συντομότερη και προφανώς αρχική μορφή των 7 γνησίων επιστολών μαζί με τις 5 νόθες, εκδόθηκαν αρχικά στα Λατινικά στην Οξφόρδη, το 1644. Στα Ελληνικά εκδόθηκαν από τον ''J. Voss'', στο ''Άμστερνταμ'', το 1646, από μοναδικό φλωρεντινό χειρόγραφο του 11ου αιώνα, από το οποίο λείπει το τέλος. Τέλος η έκδοση του σύντομου τύπου των 3ών Συριακών επιστολών, έγινε αρχικά από τον ''W. Cureton'' το 1845 στο Λονδίνο.
+
====Επίσκοπος====
  
Για τις επιστολές του Ιγνατίου γράφτηκαν πολλές μονογραφίες, εκ των οποίων μερικές είναι οι εξής: Th. Zahn, Ign. v. ant., Gotha 1873. A. Harnack, Die Zeit des J. v. A. 1883. E. Bruston, Ign. d' An., Paris 1897. Delafosse, Nouvel examen des Lettres d' Ign. d' ant., στο Revue d' hist. et de Litt. religieuses, Paris 1922, 303 - 337 και 477 - 533.
+
Συντηρητές της ενότητας είναι οι γνήσιοι εκκλησιαστικοί άρχοντες, οι φύλακες της παρακαταθήκης του Χριστού και οι συνεχιστές του έργου του. Εδώ βρίσκεται και η σπουδαία ιστορική μαρτυρία από τον Ιγνάτιο, ο οποίος μας μεταφέρει πως ήδη στην εποχή είχε αρχίσει η οριστική μετάβαση στο θεσμό του επισκόπου<ref>Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία, σελ. 426</ref>. Ο επίσκοπος, αναφέρει ο Ιγνάτιος, είναι εικόνα του Θεού<ref>Προς Μαγνησιείς 6, 1</ref> και όπου βρίσκεται, είναι σα να βρίσκεται ο Χριστός και μαζί του όλη η καθολική εκκλησία<ref>Προς Σμυρναίους 8, 2</ref>. Ο επίσκοπος λοιπόν είναι εις τύπο Θεού, διότι από το Θεό αντλεί το κύρος του και την εξουσία του. Η σχέση αυτή μάλιστα λειτουργεί κατά το άρρητο σχήμα της προέλευσης του Υιού και Λόγου από τον Πατέρα<ref>Προς Μαγνησιείς 7, 1</ref>. Έτσι λοιπόν όπως ο Υιός έχει την ίδια γνώμη με τον πατέρα και τον υπακούει, κατ αυτόν τον τρόπο το πλήρωμα της εκκλησίας πρέπει να έχει την ίδια υπακοή ώστε να υπάρχει η μία ενότητα. Ο τύπος φυσικά αυτός συνάδει με τη λειτουργική ιδιότητα του επισκόπου και ιδίως κατά την ευχαριστιακή σύναξη<ref>ο.π. 7</ref>, που είναι το κατ εξοχήν μέσο για τη διαφύλαξη της ενότητας των μελών της εκκλησίας μεταξύ τους και με το Θεό. Η ιδιότητα όμως αυτή του επισκόπου δεν είναι άνευ όρων. Πρέπει να πάντοτε να βρίσκεται σε συνάρτηση με την ορθή ομολογία πίστεως, όπως για παράδειγμα των δύο φύσεων του Χριστού<ref>Ν. Νικολαΐδης, Οι Αποστολικοί Πατέρες, σελ. 191</ref>.
  
 +
Ο επίσκοπος ως βεβαιότητα και σημείο αναφοράς της εκκλησιαστικής κοινότητας κατανοείται από τον Ιγνάτιο, ως διασφαλιστής της ταυτότητας της διδασκαλίας και της πίστεως στο εκκλησιαστικό σώμα<ref>Κ. Σκουτέρης, ενθ.αν., σελ. 192</ref>. Σκοπός του ρόλου του είναι η διασφάλιση της αυθεντικότητας της διδασκαλίας. Οι πιστοί μάλιστα αγκιστρώνονται στο εκκλησιαστικό σώμα, μη δυνάμενοι να πλανηθούν όταν είναι ''"αχώριστοι Θεού Ιησού Χριστού και του επισκόπου και των διαταγμάτων των αποστόλων"''. Τα σχίσματα τελικά διασπούν την ενότητα της εκκλησίας, αλλά δύναται να θεραπευτούν στο περί των επισκόπων συνέδριο. Η σύμπνοια δηλαδή των τοπικών εκκλησιών είναι ο βασικός δείκτης της αρμονικής συνύπαρξης του λαού. Έτσι η ορθοδοξία των τοπικών εκκλησιών είναι ο δείκτης και του ορθού φρονήματος του εκάστοτε επισκόπου της τοπικής εκκλησίας.
  
{{Επιστολές Αγίου Ιγνατίου}}
+
Σε αυτό το σημείο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της υπακοής που προτρέπει ο Ιγνάτιος. Η υπακοή αυτή δεν εννοείται ως δουλικότητα, καθώς ο τύπος της λειτουργίας της σχετίζεται με το πνεύμα το υπακοής του Υιού με το Πατέρα<ref>Ν. Νικολαΐδης, ενθ.αν., σελ. 436-437</ref>. Έτσι λαμβάνει την κατά ''θεόν ομοήθειαν'', προβάλλοντας την άρρητη προέλευση και ένωση του Υιού με το Πατέρα. Παρόλα αυτά δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως στο σύστημα του Ιγνατίου υπάρχει μία έξαρση και προβολή του επισκοπικού ρόλου. Η αντίληψη του Ιγνατίου δεν εκφράζει προσωπικές αντιλήψεις όπως διαφαίνεται, αλλά είναι έκφραση και διερμηνεία της υπάρχουσας πίστης της εκκλησίας στο θεσμό και το ρόλο του επισκόπου<ref>Ν. Νικολαΐδης, ενθ.αν., σελ. 447</ref>. Οι εκφράσεις ταπεινότητας άλλωστε που διατυπώνει για το πρόσωπό του αλλά και η υπαγόρευση όλων αυτών των δεδομένων προς ένα αντιστοίχου θεσμού πρόσωπο, τον Πολύκαρπο, δείχνει πως οι αναφορές του αποτελούν διευκρινιστική αναφορά του προσώπου προς το θεσμό και το αξίωμα<ref>Ν. Νικολαΐδης, ενθ.αν., σελ. 448</ref>. Βασική πάντα παράμετρος είναι και η διαφύλαξη της ενότητας, από τις ποικιλώνυμες διασπαστικές προκλήσεις.
  
 
==Υποσημειώσεις==
 
==Υποσημειώσεις==
Γραμμή 84: Γραμμή 118:
 
== Βιβλιογραφία ==
 
== Βιβλιογραφία ==
  
*Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων, ''Κλήμης'', τόμ. Β΄, σελ. 261 - 263.
+
*Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, ''"Πατρολογία"'', τομ. Α΄ και Β΄, Αθήνα 2000.
*Μπαλάνος Δημήτριος, ''Πατρολογία'', εν Αθήναις, 1930, σελ. 43 κ.ε.
+
*Χρήστου Παναγιώτης, ''"Ελληνική Πατρολογία"'', τόμ. Β΄, Κυρομάνος, Αθήνα 2005 (c1976).
*Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, ''Πατρολογία'', τόμ. Α', έκδ. , Αθήνα 2000, σελ. 173-179.
+
*Νικολαΐδης Ι. Νίκος, ''"Αποστολικοί Πατέρες, Γραμματολογική και Θεολογική προσέγγιση"'', Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002.
*Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, ''Πατρολογία'', τόμ. Β', έκδ. 2η, Αθήνα 1999, σελ. 436-437.
+
*Κρικώνης Χρήστος, ''"Αποστολικοί Πατέρες"'', τ. Α΄, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1995.
*Χρήστου Παναγιώτης, ''Ελληνική Πατρολογία'', τόμ. Β', 3η έκδ., Κυρομάνος, Αθήνα 1994 (c1976), σελ. 415-416
+
*Σκουτέρης Κωνσταντίνος, ''"Ιστορία των Δογμάτων"'', τ. Α΄, Αθήνα 1998.
*Νικολαΐδης Ι. Νίκος, ''Αποστολικοί Πατέρες, Γραμματολογική και Θεολογική προσέγγιση'', Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002.
 
  
  
Γραμμή 102: Γραμμή 135:
 
[[Κατηγορία:Εκκλησιαστικοί Πατέρες|Ι]]
 
[[Κατηγορία:Εκκλησιαστικοί Πατέρες|Ι]]
 
[[Κατηγορία:Ζωτικά Άρθρα|Ι]]
 
[[Κατηγορία:Ζωτικά Άρθρα|Ι]]
 +
[[Κατηγορία:2ος αιώνας|Ι]]
  
 
[[ar:إغناطيوس النوراني]]
 
[[ar:إغناطيوس النوراني]]
Γραμμή 107: Γραμμή 141:
 
[[en:Ignatius of Antioch]]
 
[[en:Ignatius of Antioch]]
 
[[fr:Ignace d'Antioche]]
 
[[fr:Ignace d'Antioche]]
 +
[[pt:Inácio de Antioquia]]
 
[[ro:Ignatie Teoforul]]
 
[[ro:Ignatie Teoforul]]

Τελευταία αναθεώρηση της 18:47, 20 Δεκεμβρίου 2019

Ιγνάτιος Αντιοχείας
Ignatius.jpg
Ο άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος
Γέννηση άγνωστο
Κοίμηση πιθ. 113 μ.Χ. (107-118)
Εορτασμός 20 Δεκεμβρίου
Σημαντικές ημερομηνίες 70 Επίσκοπος Αντιοχείας
113 Σύλληψη από Ρωμαίους
Τίτλος Αποστολικός Πατέρας, Επίσκοπος


Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος ή Ιγνάτιος Αντιοχείας (;-περ. 113), αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, που έδρασε στα τέλη του πρώτου, με αρχές του δευτέρου αιώνα. Αποκαλείται Αποστολικός πατήρ της εκκλησίας και διετέλεσε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επιστολογραφία του αποτελεί σπουδαίο ιστορικό εύρημα για το χριστιανισμό, καθώς μας διασώζει τον ιστορικό τρόπο μετάβασης της αδιάκοπης αποστολικής διαδοχής από τους αποστόλους στους επισκόπους, ενώ διασώζουν και σημαντικά ιστορικά στοιχεία των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων. Τελικώς παρέδωσε τη ζωή του μαρτυρικώς στη Ρώμη επί Αυτοκράτορος Τραϊανού.

Ο βίος του

Η ζωή του Αγίου Ιγνατίου είναι άγνωστη προς εμάς. Παρά τη μακρά δράση του, στο προσκήνιο της ιστορίας εμφανίζεται μόλις μερικές εβδομάδες πριν το μαρτυρικό του θάνατο[1]. Έτσι για το βίο του γνωρίζουμε μόνο ότι διασώζεται στις επιστολές του, οδηγούμενος προς τη Ρώμη, λίγο πριν το θάνατό του[2]. Που και πότε γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Το περιβάλλον που μορφώθηκε πρέπει να ήταν ελληνικό, όπως μαρτυρούν οι επιστολές του[3], αν και υπετέθη πως ίσως είχε λατινογενή προέλευση, καθώς το όνομα Ιγνάτιος προέρχεται από τη λατινική λέξη Ignis που αποδίδεται στα ελληνικά ως πυρ (φωτιά). Το όνομα αυτό, συνάμα με αρκετές λατινικές εκφράσεις που υπάρχουν στις επιστολές του, οδήγησε μερικούς ερευνητές να υποθέσουν λατινική καταγωγή, αλλά κάτι τέτοιο δε δύναται να εξακριβωθεί, καθώς αφενός οι λατινικές λέξεις υπάγονται στη στρατιωτική ορολογία, την οποία έμαθε από την παραμονή του ως αιχμάλωτος, αφετέρου το όνομα είναι πιθανό να το απέκτησε την εποχή που έλαβε Ρωμαϊκή υπηκοότητα[4].

Ο Ιγνάτιος αυτοαποκλήθηκε θεοφόρος[5]. Ο λόγος της ονομασίας αυτής παραμένει μέχρι σήμερα ανεξακρίβωτος. Η παράδοση διέσωσε δύο πιθανές εκδοχές για το όνομα αυτό, που όμως από την ιστορική πραγματικότητα απορρίπτονται[6]. Κατά την πρώτη, μετά το θάνατό του βρέθηκε στο στήθος του γραμμένο το όνομα του Χριστού, κατά τη δεύτερη πως ήταν το παιδί που αγκάλιασε ο Ιησούς παρουσιάζοντάς το ενώπιον των μαθητών ως παράδειγμα αθωότητος[7]. Με βάση τη δεύτερη αιτιολογία μάλιστα έγινε προσπάθεια να οριοθετηθεί η περίοδος που γεννήθηκε. Το πιθανότερο αίτιο αυτής της ονομασίας είναι ο εκκλησιαστικός βίος που διήγαγε, καθώς ο ίδιος μέσω των επιστολών του αναφέρει ως θεοφόρους, αγιοφόρους, χριστοφόρους όλους τους χριστιανούς[8].

Ο Ιγνάτιος δε φαίνεται να είχε λάβει συστηματική μόρφωση, αλλά διακρίνεται μία αυτοδιδακτική ικανότητα η οποία είχε καλλιεργηθεί με τη συναναστροφή με πεπαιδευμένους ανθρώπους, όπως διακρίνεται στις επιστολές του[9]. Άλλωστε η Αντιόχεια στην εποχή του ήταν ένα πολιτιστικό χωνευτήρι, στο οποίο είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα της εποχής του[10]. Η γνωριμία του με τους αποστόλους θεωρείται βεβαία[11]. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο είχε συναναστραφεί τους αποστόλους[12], ενώ ο Ευσέβιος τον θέλει ακροατή του Ευαγγελιστή Ιωάννη[13]. Σύμφωνα με τον Ωριγένη επίσης υπήρξε ο δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας, μετά τον Απόστολο Πέτρο[14], ενώ κατά τον Ευσέβιο, που είναι και ορθός, ήταν διάδοχος του Ευόδου και προκάτοχος του Ήρωνος[15]. Κατά τον Ευσέβιο μάλιστα η επισκοπεία του τοποθετείται μεταξύ του πρώτου έτους του Βεσπασιανού και του δέκατου του Τραϊανού, δηλαδή μεταξύ 70 και 107. Το κύρος του και η φήμη του φαίνεται πως επεκτεινόταν πέρα από τα όρια της επισκοπής του[16] και ο σεβασμός που επιδεικνυόταν προς το πρόσωπό του είναι κάτι που μας επιβάλλει να τον θεωρήσουμε επίσκοπο οικουμενικού κύρους[17].

Τελικά συνελήφθη από τος ρωμαϊκές αρχές μεταξύ 107 και 118 και καταδικάστηκε σε θάνατο[18]. Η σύλληψη συνέβη πιθανώς κατά διάρκεια του διωγμού του 112-113 στη Μικρά Ασία, κάτι που συμφωνεί και το αντιοχειανό μαρτυρολόγιο[19]. Η δίκη συνέβη στην Αντιόχεια και η καταδίκη αφορούσε θανάτωση δια θηρίων. Η απόφαση μεταφοράς στη Ρώμη εικάζεται πως στόχο είχε τη θυσία ενός γνωστού χριστιανού ηγέτη στο κοινό της Ρώμης, συνάμα με τον παραδειγματισμό προς νουθεσία των λαών της Μικράς Ασίας και της Ελλάδας, οι οποίοι εμφανίζονταν προθυμότεροι για τη μεταστροφή τους στο χριστιανισμό. Ο Ιγνάτιος μέχρι να φτάσει στη Ρώμη, πορεύθηκε για αρκετό καιρό, συνοδεία στρατιωτών που αποκαλούντο "λεοπάρδοι" (πιθανώς ανήκουσα σε λεγεώνα φέρων τέτοιο όνομα[20]), οι οποίοι και του φέρονταν βάναυσα. Κατά την πορεία του, σε ενδιάμεσους σταθμούς, απεσταλμένοι εκκλησιών παρίσταντο στον Ιγνάτιο και λάμβαναν τις επιστολές του, για να δεχτούν συμβουλές. Τελικώς μαρτύρησε στις 20 Δεκεμβρίου στη Ρώμη. Τα οστά του μεταφέρθηκαν από τη Ρώμη στην Αντιόχεια, αλλά επανήλθαν και πάλι στη Ρώμη.

Η συνεισφορά του

Ο Ιγνάτιος θεωρείται ως ο πρώτος μεγάλος θεολόγος μετά τους Αποστόλους. Χάρη σε αυτόν θα λέγαμε πως η εκκλησία προχωρά στη θεμελίωσή της, όχι πλέον περιστασιακά και πρακτικά, αλλά θεολογικά (αν και όχι συστηματικά)[21]. Ο Ιγνάτιος μέσα από την αμεσότητα και τη βεβαιότητα των λόγων του βοηθά την εκκλησία, που σε πολλές περιπτώσεις ερωτοτροπούσε με τον ηθικισμό και την αρετολογία, να ξεπεράσει αυτήν την προοπτική. Ταυτόχρονα η μάχη που έδωσε ενάντια στις προσμίξεις και τις αλλοιώσεις του αποστολικού μηνύματος από τον ιουδαϊσμό και το Δοκητισμό, χρησιμοποιώντας μάλιστα τη γλώσσα τους[22], βοήθησε την Εκκλησία να υπερνικήσει και να ξεπεράσει το κλίμα μέσα στο οποίο ανέπνεε, δημιουργώντας μία εκκλησιαστική θεολογία σαφώς διαχωρισμένη από τις μήτρες της αίρεσης.

Η θεολογία του αποτελεί συνέχεια της αποστολικής διδαχής[23] και συνίσταται από τρεις βασικούς πυλώνες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των εκκλησιών της εποχής. Τη θεολογία του Επισκόπου, της ενότητος της εκκλησίας και της ευχαριστίας. Η θεολογία του μάλιστα θα αποτελέσει πρότυπο στη συνέχεια της εκκλησιαστικής πραγματικότητος, αφού αφενός εξαρτάται από το φωτισμό και τη καθοδήγηση που παρέχει ο Θεός, αφετέρου επισημαίνει διαρκώς την αποκαλυπτική παρουσία του Θεού στην κτίση[24]. Τελικά το έργο του κρίνεται ως ένα πολύ τολμηρό και σπουδαίο βήμα στην πορεία του εκκλησιαστικού βίου, αφού παρέχει τη σαφή ιεραρχική οργάνωση της εκκλησίας, τη θεολογία της ενότητος, η οποία μειώνει την ένταση της ταχείας έλευσης του Κυρίου και ποιεί την Αγία Γραφή κύρια πηγή των εκκλησιαστικών συγγραφέων, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στη χριστολογία.

Η επιστολογραφία του Αγίου Ιγνατίου

Εισαγωγή

Οι επιστολές που φέρουν το όνομα του Αγίου Ιγνατίου δε συμφωνούν μεταξύ τους ούτε κατά τον αριθμό, ούτε κατά το κείμενο[25]. Έτσι διασώθηκαν τέσσερις παραλλαγές:

  • Η εκτενής, η οποία περιλαμβάνει 13 επιστολές και διασώζονται στον κώδικα Monac. 394 του 11ου αιώνος, στα ελληνικά και τον κώδικα 54 του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου, στα λατινικά σε αρχαία μετάφραση
  • Η μικτή, η οποία περιέχει και αυτή 13, έξι εξ αυτών όπως στις εκτενείς[26] και των υπολοίπων επτά σε συντομότερο κείμενο. Διασώζεται στα Ελληνικά στον κώδικα Mediceus Laur. 57, 7 του 11ου αιώνος. Ο κώδικας βρίσκεται σε κακή κατάσταση με αποτέλεσμα να εκλείπουν μερικά σημεία από την "Προς Ταρσείς" και ολόκληρες οι Προς Αντιοχείς, Φιλιππησίους, Ρωμαίους και Ήρωνα. Υπάρχουν επίσης και λατινική μαι αρμενική μετάφραση
  • Η βραχεία, η οποία διασώζει μόλις τρεις επιστολές
  • Η λατινική, η οποία περιλαμβάνει τέσσερις ακόμα επιστολές, επιπρόσθετα στις 12 της μικτής.

Η εκτύπωση των επιστολών το 1489 και το 1555, προκάλεσαν διχασμό των κριτικών, σχετικά με τη γνησιότητα των επιστολών. Η ένταση αυτή υπήρξε κυρίως μεταξύ των Ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών καθότι η σπουδαιότητα της αξιοπιστίας των επιστολών ήταν πολύ σημαντική. Στις επιστολές αυτές διακυβευόταν η αρχαιότητα του θεσμού τους επισκόπου. Οι καθηγητές Zahn, Funk, Lightfoot και Harnack κατά τα τέλη του 19ου αιώνος κατοχύρωσαν τελικά τη γνησιότητα των επτά σύντομων επιστολών της μικτής παραλλαγής[27].

Οι γνήσιες επιστολές του Ιγνατίου

Οι επιστολές που συνέγραψε ο Ιγνάτιος, συντάχθηκαν λίγο πριν το τέλος της ζωής του και ήταν αυτές που χάρισαν την εξαιρετική τιμή που λαμβάνει μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση και τη συνείδηση των χριστιανών. Χαρακτηρίζονται ως φιλολογικά και θεολογικά μνημεία, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο ίδιος ήταν ικανός συγγραφέας και πως είχε εμπειρία πάνω στο αντικείμενο[28].

Οι επιστολές αυτές εκφράζουν το πολυσχιδές πνεύμα του Ιγνατίου, την πρωτοτυπία της σκέψης του και της έκφρασής του[29]. Ο λόγος του είναι άλλοτε λυρικός, άλλοτε δραματικός, αλλού αρμονικός, παρουσιάζοντας σε μερικά σημεία ελαττώματα και ασυνέχειες. Το ύφος του θεωρείται διαυγές, που κατά περιπτώσεις μετατρέπεται σε σκοτεινό, ένεκα των Συριακών καταβολών του και του αυθορμητισμού που τον διέπει[30]. Χρησιμοποιεί ρητορικά σχήματα και κυρίως τη δεύτερη ασιανική σοφιστική, αλλά και το στωικισμό. Οι τεχνικές αυτές γίνονται οχήματα, για να εκφράσει τις νουθεσίες του προς τις εκκλησίες, με αγάπη και τρυφερότητα[31], με ταπεινοφροσύνη, σταθερή και αμετακίνητη πίστη στο Χριστό.

Ο Ιγνάτιος συνέταξε 7 γνήσιες επιστολές, οι οποίες ήταν οι: Προς Εφεσίους, Προς Μαγνησιείς, Προς Τραλλιανούς, Προς Ρωμαίους, Προς Φιλαδελφείς, Προς Σμυρναίους, Προς Πολύκαρπον. Κύρια ζητήματα που πραγματεύεται είναι η ενότητα των πιστών και κατ επέκτασιν της εκκλησίας, ο θεσμός του επισκόπου, οι αιρετικές διδασκαλίες και ο ενάρετος βίος των πιστών.

Σε ότι αφορά τη γνησιότητα των επιστολών του Ιγνατίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οι θεολόγοι Zahn, Funk, Lightfoot και Harnack ακολουθώντας τον Pearson αποφάνθηκαν τελικώς πως οι επτά αυτές επιστολές που βρίσκονται στη μικτή παραλλαγή είναι γνήσιες. Παρόλα αυτά μερικοί ερευνητές όπως οι Βολταίρος, ο Ρενάν, ο Weijenborg είχαν διατυπώσει αντίθετες απόψεις. Οι απόψεις αυτές όμως φαίνονται μεμονωμένες, ενώ παραβλέπουν και μερικά σοβαρά ιστορικά στοιχεία[32].

Για να μπορέσουν να εντοπίσουν ποιες ήταν γνήσιες και αν τελικώς υπήρξαν τέτοιες, οι εν λόγω θεολόγοι συγκέντρωσαν αρχεία της πατερικής γραμματολογίας όπως του Ειρηναίου, του Ωριγένη, του Ευσεβίου, του Θεοδώρητου Κύρου, του Κυρίλλου Αλεξανδρείας κ.α. και τα συνέκριναν με τους κώδικες. Από την έρευνα αποκαλύφθηκε πως οι συνοπτικές επιστολές της μικτής παραλλαγής είχαν αποτελέσει την αρχική συλλογή[33].

Οι νόθες επιστολές

Από τις νόθες επιστολές, οι τέσσερις, της λατινικής παραλλαγής δεν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Αντιθέτως όμως με τις έξι της μικτής παραλλαγής. Όλοι σχεδόν σήμερα οι ερευνητές συμφωνούν πως ο πλαστογράφος διαχειρίζεται τον εξελιγμένο μοναρχιανισμό και γνωστικισμό, ενώ είχε επιρροές από το δοκητισμό και τον Ιουδαϊσμό[34].

Ο συγγραφέας ανήκει στην εποχή του δ΄ αιώνος, ενώ μερικοί ερευνητές θεωρούν πως ήταν κοινωνός αρειανικών ή απολλιναριστικών απόψεων, με κάτι τέτοιο να μη βρίσκει επαρκή στηρίγματα, καθώς παρουσιάζονται απόψεις που δεν απηχούν αρειανικές ή απολλιναριστικές δογματικές αντιλήψεις[35]. Σύμφωνα με τους ερευνητές[36] ο χαλκευτής των Ιγνατιανών επιστολών, είναι ο άνθρωπος ο οποίος συνέταξε τις Αποστολικές διαταγές. Έτσι μελετητές, αντιπαραβάλλοντας τα κείμενα των Αποστολικών διαταγών, θεωρούν βέβαιο ότι τα συνέταξε ο ίδιος καθώς υπάρχουν πολλές ομοιότητες[37]. Σύμφωνα μάλιστα με τον D. Hagedorn, πιθανός δημιουργός των δύο αυτών κειμένων είναι ο Ιουλιανός ο νεοαρειανός[38].

Τα νόθα κείμενα επίσης δύναται να διαχωριστούν σε δύο κομμάτια. Στον πυρήνα των γνήσιων επιστολών και στα παρεμβαλλόμενα. Στην έρευνα λοιπόν που διεξήχθη, συγκρίνοντας τα κομμάτια των νόθων με αυτά των γνήσιων, απεκαλύφθη τελικά πως η αρχική συλλογή (Συλλογή της Σμύρνης) συγκροτήθηκε αυτόματα, ενώ το υλικό των έξι νόθων διακρίνεται από αυτό και φιλολογικώς[39].

Διδασκαλία

Εισαγωγή

Οι Αποστολικοί πατέρες απεύθυναν τις επιστολές τους σε ομόπιστους χριστιανούς. Το γεγονός αυτός προσδιορίζει τη διδασκαλία τους γύρω από την εκκλησιαστική θεολογία[40].

Κεντρικό σημείο στη διδασκαλία του Ιγνατίου είναι ο Χριστός, ο οποίος είναι κεφαλή της εκκλησίας. Σε ότι αφορά τη χριστολογία, ακολουθεί τον Παύλο, ενώ σε ότι αφορά τη θεολογία της προϋπάρξεως του Λόγου, τον Ιωάννη[41]. Η οικειότητά του με την Καινή Διαθήκη είναι ευδιάκριτη μέσα από τα κείμενά του. Στις επιστολές όμως δε συναντάμε κατά γράμμα αναφορές. Κάτι τέτοιο όμως είναι λογικό, αφού οι επιστολές εγράφησαν κατά την αιχμαλωσία του, γι αυτό και οι αναφορές είναι από μνήμης[42]. Υπάρχουν επίσης και αποσπάσματα από απόκρυφα ευαγγέλια, καθώς και άλλα τεμάχια που προέρχονται από τη λειτουργική πράξη της εκκλησίας.

Ο Άγιος Ιγνάτιος επίσης είναι αρκετά σκληρός προς τους αιρετικούς. Φαίνεται πως την εποχή του ταλάνιζαν ιδιαίτερα δύο σημαντικά προβλήματα. Ο δοκητισμός και ο Ιουδαϊσμός. Η περίπτωση μάλιστα του Δοκητισμού αντιμετωπίζεται ήδη από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον. Οι αιρετικοί κατά τον Ιγνάτιο διασπούν την ενότητα της εκκλησίας. Οι δοκητές για παράδειγμα αρνούνται τον πραγματικό θάνατο του Ιησού και ουσιαστικά την αληθινή σάρκωση του Υιού. Όσοι λοιπόν εμμένουν στην αίρεση αρνούνται το Χριστό και τελικά θα τους αρνηθεί και Αυτός. Συνέπεια αυτού θα είναι η κατάσταση του αιώνιου πνευματικού θανάτου, διότι η άρνηση στην εκκλησία είναι άρνηση του Χριστού και αποκοπή από το ζωοφόρο σώμα Του, αφού δίχως "(Χριστό) το αληθινόν ζην ουκ έχομεν"[43] καθώς Αυτός "εστίν αρχή ζωής και τέλους"[44].

Θεολογία

Η πίστη των Αποστολικών πατέρων στην Αγία Τριάδα, δεν είναι προϊόν προσωπικού στοχασμού, αλλά πίστη που έχει δεχθεί ο πιστός στην Εκκλησία με το Βάπτισμά του[45]. Στον Ιγνάτιο μάλιστα ανευρίσκουμε το μοναδικό αποστολικό πατέρα στον οποίο απαντάται η Αγία Τριάδα[46]. Ο Θεός λοιπόν για τον Ιγνάτιο είναι Ένας και ενιαίος[47]. Είναι υπερβατικός και ο δημιουργός της εκκλησίας. Η εκκλησία κατά τον Ιγνάτιο είναι "του Θεού Πατρός και του ηγαπημένου Ιησού...εν αμώμω Πνεύματι"[48] και είναι οικοδόμημα του Θεού Πατρός. Οι πιστοί αποτελούν τους λίθους της εκκλησίας και ο σταυρός του Ιησού τη "μηχανή" με την οποία οι λίθοι (πιστοί), αναφέρονται στα ύψη της οικοδομής. Το Άγιο Πνεύμα είναι το "σχοινί" για την αναφορά των λίθων[49]. Γίνεται λοιπόν φανερό, πως κατά τον Ιγνάτιο, ολόκληρη η τριάδα ενεργεί, παρά τη διάκριση των προσώπων[50].

Ο Ιησούς κατά τον Ιγνάτιο, είναι ο Υιός και Λόγος του θεού[51], ο οποίος προήλθε από τη σιγή, για να ευαρεστήσει Αυτόν που τον απέστειλε. Η έκφραση μάλιστα "από σιγής προελθών" δηλώνει την απόσταση η οποία χωρίζει τη θεότητα, από την κτιστή πραγματικότητα[52]. Γι αυτό και το μόνο που αρμόζει για την υπόστασή του είναι η σιγή, καθώς ο ανθρώπινος νους δε μπορεί να προσπελάσει αυτή την πραγματικότητα, όπως άλλωστε και το φαινόμενο της σάρκωσεως του Υιού το οποίο επίσης "εν ησυχία Θεού επράχθη"[53]. Έτσι γίνεται φανερό πως η αποφατικότητα του Ιγνατίου διευρύνεται και στο μυστήριο της σαρκώσεως. Ο Ιησούς λοιπόν είναι ανόμοιος από την κτιστή πραγματικότητα και σκοπό είχε να φέρει τη νέα αΐδια ζωή[54]. Είναι τέλειος Θεός και προεξαγγέλθηκε από τους προφήτες[55]. Φανέρωσε δε τη σοφία Του σε όσους θεμελίωσαν την αμετακίνητη πίστη τους στην αγάπη του αίματός του[56]. Γι αυτό είναι ο Θεός της Εκκλησίας[57], χαρακτηρίζοντας μάλιστα το πάθος του, πάθος Θεού[58] και τον άρτο και τον οίνο της Θείας Ευχαριστίας, σώμα και αίμα Θεού[59].

Το Άγιο Πνεύμα παρέχει τη κοινή ζωή της αγάπης. Αυτή η ζωή εννοείται μόνο "εν Υιώ και Πατρί και εν Πνεύματι"[60]. Η απαρχή της ζωής αυτής είναι γίνεται με τη σάρκωση, ενώ το Άγιο Πνεύμα τη σφραγίζει. Η Θεοτόκος μάλιστα κυοφόρησε τον Ιησού, με τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος[61].

Χριστολογία

Οι Αποστολικοί Πατέρες για την προΰπαρξη του Υιού και τη θεότητά του παρέχουν ικανές μαρτυρίες[62]. Κύριος σκοπός των χριστολογικών αναφορών είναι να στηρίξουν τους πιστούς για το έργο που επιτελεί το γεγονός της σαρκώσεως και συνάμα η προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι δοκητικές πλάνες[63].

Η χριστολογία δε του Ιγνατίου εντυπωσιάζει. Και εντυπωσιάζει, διότι αναφέρεται με σαφήνεια στις δύο φύσεις του Χριστού, παρά την εποχή της συγγραφής των έργων του. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

"Εις ιατρός εστί, σαρκικός τε και πνευματικός, γεννητός και αγέννητος, εν σαρκί γενόμενος θεός, εν θανάτω ζωή αληθινή, και εκ Μαρίας και εκ Θεού, πρώτον παθητός και τότε απαθής, Ιησούς Χριστός ο Κύριος ημών"[64],
"Τον υπέρ καιρόν προσδόκα, τον άχρονον, τον αόρατον, τον δι ημάς ορατόν, τον αψηλάφητον, τον απαθή, τον δι υμάς υπομείναντα"[65].
"...τον αφ ενός Πατρός προελθόντα και εις ένα και χωρήσαντα"[66].

Είναι χαρακτηριστικά και ιδιαίτερα περιεκτικά τα χωρία αυτά, καθώς αναφέρονται στις δύο φύσεις του Χριστού, στον τρόπο σαρκώσεως, στην αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων[67] και στην ενότητα και διαφορότητα Πατρός και Υιού. Επιπρόσθετα απευθυνόμενος προς τον Πολύκαρπο, ερμηνεύει την πραγματικότητα της θείας φύσης του Χριστού, τις ιδιότητές της και την αλήθεια της ανθρωπότητάς του και τις ιδιαιτερότητές της[68].

Είναι χαρακτηριστικό επίσης, πως για τον Ιγνάτιο οποιαδήποτε απο-θεοποίηση του Χριστού αποθεμελιώνει τη χριστιανική πίστη, ενώ με αυτόν τον τρόπο καταδικάζει και τη δοκητική πλάνη που αμφισβητούσε την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης του Ιησού. Θεότητα λοιπόν και ανθρωπότητα ενυπάρχουν στο ένα πρόσωπο του Ιησού. Γι αυτό και ο Χριστός "παρα τω πατρί ην και εν τέλει εφάνη"[69], ενώ συνάμα είναι υιός ανθρώπου και υιός Θεού[70]. Ο Χριστός ήλθε για να φέρει την καινή ζωή και τη σωτηρία, ενώ θεωρεί πως Ιουδαϊσμός και λόγοι του Ιησού, βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή[71].

Εκκλησιολογία

Άνθρωπος και εκκλησία

Κατά τον Ιγνάτιο η επιδίωξη του ανθρώπου είναι η απόκτηση ενός είδους ζωής, τελειότερης μορφής. Σκοπός δηλαδή είναι η κατάκτηση της αληθινής ζωής. Το σύστημα των θείων ενεργειών και της ανθρώπινης προς αυτές ανταπόκρισης, οδηγεί στην κατάκτηση της αιωνίου ζωής. Ο Χριστός λοιπόν ενανθρωπήστηκε για αυτό ακριβώς το λόγο. Για να φέρει σε πραγματική επαφή την ανθρώπινη φύση με τη θεία. Ο Ιησούς ήλθε για να φέρει σωτηρία στο ανθρώπινο γένος[72], κάτι που επετεύχθη με την σταυρική Του θυσία και την ανάστασή Του. Ο θάνατος πλέον καταργείται και οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνιο ζωή.

Η νέα κατάσταση που έφερε ο Χριστός, εγκαινιάζεται από την εκκλησία Του. Αυτή περιλαμβάνει όσους πιστεύουν σε αυτή ορθά. Η κεφαλή της εκκλησίας είναι ο Χριστός, και όποιος αληθινά βιώνει την εμπειρία της, είναι πραγματικά ενωμένος με αυτή. Άλλωστε όπου βρίσκεται Χριστός, εκεί βρίσκεται και η πραγματική εκκλησία[73]. Οι πιστοί μετά το βάπτισμα γίνονται μέλη του σώματος του Χριστού, όπου η συμφωνία και σύμπνοια είναι εκδηλώσεις της φυσικής της καταστάσεως. Η ενότητα μάλιστα της εκκλησίας αποτελεί απαραίτητο θεμέλιο για την σχέση των πιστών με το Θεό[74]. Οι συναθροίσεις της είναι ένα από τα βασικότερα σημεία της ζωής της νέας κοινότητας. Η τέλεση δε των μυστηρίων διοχετεύει τη χάρη του θεού η οποία καθαιρεί τις δαιμονικές δυνάμεις και αποτελούν φάρμακο αθανασίας[75]. Οι αιρέσεις αντιθέτως επιφέρουν διάσπαση της ενότητας, οπότε οι αιρετικοί δε δύναται να βρουν σωτηρία, αφού στερούνται του πραγματικού άρτου της ζωής.

Η εκκλησία λοιπόν κατά τον Ιγνάτιο είναι ευλογημένη, προορισμένη προ αιώνων, αξιομακάριστος, αγία, εκλεκτή και αξιόθεος[76]. Η περιγραφή που κάνει για την εκκλησία ο Άγιος Ιγνάτιος μας δίνει την ξεκάθαρη εικόνα μιας εκκλησίας που είναι ο συνεχιστής του ίδιου του Χριστού. Συνεχίζει το απολυτρωτικό του έργο και αποτελεί την ορατή απόδειξη της αδιάκοπης παρουσίας Του στον κόσμο[77]. Η εκκλησία κατέχει ολόκληρη τη χάρη του Θεού και παρέχει στους πιστούς την αλήθεια του ευαγγελίου. Η εκκλησία μάλιστα δεν αποτελεί απλώς το έργο του Θεού, αλλά υπάρχει αϊδίως στη βουλή Του, μία άποψη που ασπάζονται και οι Κλήμης Ρώμης και ο Ποιμένας του Ερμά[78]. Η εκκλησία είναι ένα ζωντανό μέλος το οποίο βρισκεται σε ακατάλυτη ενότητα και πληρότητα και αποτελεί ζωντανό σώμα. Η ενότητα αυτή αφείλεται στον Ιησού Χριστό που είναι το θεμέλιο και η κεφαλή της εκκλησίας.

Στην εκκλησία δεν υπάρχει ίδιον και αυτονομημένα άτομα, αλλά μία εσωτερική σύμπνοια και συμφωνία. Έτσι αποτελεί "μία προσευχή, μία δέησις, ένας νους, μία ελπίς εν αγάπη, εν τη χαρά αμώμω, ο εστίν Ιησούς Χριστός, ου άμεινον ουδέν εστίν. Πάντες ως εις ένα ναόν συντρέχουν Θεού, ως επί εν θυσιαστήριον, επί ένα Ιησούν Χριστόν, τον αφ ενός Πατρός προελθόντα και εις ένα όντα και χωρήσαντα"[79]. Η ενότητα αυτή όμως έχει τον εξωτερικό, ιστορικό και ορατό της τύπο. Αυτός είναι η συμφωνία επισκόπου, πρεσβυτέρου και πιστών. Ο επίσκοπος δε, είναι το σύμβολο και η οδός της ενότητας[80], είναι η δύναμη εκείνη που έχει τη χαρισματική ευθύνη της συνοχής και της συγκρότησης του σώματος[81]. Αυτό συμβαίνει διότι αυτός είναι ο οικονόμος των μυστηρίων. Η πληρότητα της ζωής και η αγάπη μέσα στην εκκλησία εκφράζεται με την Θεία Ευχαριστία, διότι η εκκλησία είναι η συνέχεια του Κυριακού Δείπνου[82]. Εξού και η εκκλησία κατά το θεοφόρο αυτό πατέρα σημαίνεται και πραγματώνεται στο ευχαριστιακό Δείπνο.

Επίσκοπος

Συντηρητές της ενότητας είναι οι γνήσιοι εκκλησιαστικοί άρχοντες, οι φύλακες της παρακαταθήκης του Χριστού και οι συνεχιστές του έργου του. Εδώ βρίσκεται και η σπουδαία ιστορική μαρτυρία από τον Ιγνάτιο, ο οποίος μας μεταφέρει πως ήδη στην εποχή είχε αρχίσει η οριστική μετάβαση στο θεσμό του επισκόπου[83]. Ο επίσκοπος, αναφέρει ο Ιγνάτιος, είναι εικόνα του Θεού[84] και όπου βρίσκεται, είναι σα να βρίσκεται ο Χριστός και μαζί του όλη η καθολική εκκλησία[85]. Ο επίσκοπος λοιπόν είναι εις τύπο Θεού, διότι από το Θεό αντλεί το κύρος του και την εξουσία του. Η σχέση αυτή μάλιστα λειτουργεί κατά το άρρητο σχήμα της προέλευσης του Υιού και Λόγου από τον Πατέρα[86]. Έτσι λοιπόν όπως ο Υιός έχει την ίδια γνώμη με τον πατέρα και τον υπακούει, κατ αυτόν τον τρόπο το πλήρωμα της εκκλησίας πρέπει να έχει την ίδια υπακοή ώστε να υπάρχει η μία ενότητα. Ο τύπος φυσικά αυτός συνάδει με τη λειτουργική ιδιότητα του επισκόπου και ιδίως κατά την ευχαριστιακή σύναξη[87], που είναι το κατ εξοχήν μέσο για τη διαφύλαξη της ενότητας των μελών της εκκλησίας μεταξύ τους και με το Θεό. Η ιδιότητα όμως αυτή του επισκόπου δεν είναι άνευ όρων. Πρέπει να πάντοτε να βρίσκεται σε συνάρτηση με την ορθή ομολογία πίστεως, όπως για παράδειγμα των δύο φύσεων του Χριστού[88].

Ο επίσκοπος ως βεβαιότητα και σημείο αναφοράς της εκκλησιαστικής κοινότητας κατανοείται από τον Ιγνάτιο, ως διασφαλιστής της ταυτότητας της διδασκαλίας και της πίστεως στο εκκλησιαστικό σώμα[89]. Σκοπός του ρόλου του είναι η διασφάλιση της αυθεντικότητας της διδασκαλίας. Οι πιστοί μάλιστα αγκιστρώνονται στο εκκλησιαστικό σώμα, μη δυνάμενοι να πλανηθούν όταν είναι "αχώριστοι Θεού Ιησού Χριστού και του επισκόπου και των διαταγμάτων των αποστόλων". Τα σχίσματα τελικά διασπούν την ενότητα της εκκλησίας, αλλά δύναται να θεραπευτούν στο περί των επισκόπων συνέδριο. Η σύμπνοια δηλαδή των τοπικών εκκλησιών είναι ο βασικός δείκτης της αρμονικής συνύπαρξης του λαού. Έτσι η ορθοδοξία των τοπικών εκκλησιών είναι ο δείκτης και του ορθού φρονήματος του εκάστοτε επισκόπου της τοπικής εκκλησίας.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της υπακοής που προτρέπει ο Ιγνάτιος. Η υπακοή αυτή δεν εννοείται ως δουλικότητα, καθώς ο τύπος της λειτουργίας της σχετίζεται με το πνεύμα το υπακοής του Υιού με το Πατέρα[90]. Έτσι λαμβάνει την κατά θεόν ομοήθειαν, προβάλλοντας την άρρητη προέλευση και ένωση του Υιού με το Πατέρα. Παρόλα αυτά δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως στο σύστημα του Ιγνατίου υπάρχει μία έξαρση και προβολή του επισκοπικού ρόλου. Η αντίληψη του Ιγνατίου δεν εκφράζει προσωπικές αντιλήψεις όπως διαφαίνεται, αλλά είναι έκφραση και διερμηνεία της υπάρχουσας πίστης της εκκλησίας στο θεσμό και το ρόλο του επισκόπου[91]. Οι εκφράσεις ταπεινότητας άλλωστε που διατυπώνει για το πρόσωπό του αλλά και η υπαγόρευση όλων αυτών των δεδομένων προς ένα αντιστοίχου θεσμού πρόσωπο, τον Πολύκαρπο, δείχνει πως οι αναφορές του αποτελούν διευκρινιστική αναφορά του προσώπου προς το θεσμό και το αξίωμα[92]. Βασική πάντα παράμετρος είναι και η διαφύλαξη της ενότητας, από τις ποικιλώνυμες διασπαστικές προκλήσεις.

Υποσημειώσεις

  1. Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 408
  2. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177
  3. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177
  4. Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 408
  5. Ιγνατίου, Προς Εφεσίους ΒΕΠΕΣ 2, σελ. 264
  6. Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 40
  7. Συμεών Μεταφραστού, Μαρτύριον Ιγνατίου 1
  8. Ν. Νικολαΐδης, Αποστολικοί πατέρες, σελ. 175
  9. Χ. Κρικώνης, Αποστολικοί Πατέρες Α΄, σελ. 113
  10. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177
  11. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177
  12. Εις Ιγνάτιον 1
  13. Ευσέβιος, Χρονικόν εις έτος 2122
  14. Ωριγένους, Ομιλία 6 εις Λουκάν PG 13, 1818, 15
  15. Ευσεβίου Εκκλ. Ιστορία, 3, 22
  16. Χ. Κρικώνης, Αποστολικοί Πατέρες Α΄, σελ. 113
  17. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 177
  18. Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 409
  19. Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 410
  20. Π. Χρήστου, Πατρολογία Β΄, σελ. 411
  21. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 174
  22. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 174
  23. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 174
  24. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 176
  25. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 414
  26. Μαρίας προς Ιγνάτιον, Ιγνατίου Προς Μαρίαν, Προς Ταρσείς, Προς Φιλληπησίους, Προς Αντιοχείς, Προς Ήρωνα
  27. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 415
  28. Στ. Παπαδόπουλος Α΄, Πατρολογία, σελ. 178
  29. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 178
  30. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 178
  31. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Α΄, σελ. 179
  32. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 415-416
  33. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 416
  34. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 430
  35. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 430
  36. D. Hagedorn, Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 435
  37. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 435
  38. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β΄, σελ. 441
  39. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 432
  40. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων, σελ. 169
  41. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 420
  42. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία Β΄, σελ. 420
  43. Προς Τραλλιανούς 9, 2
  44. Προς Εφεσίους 14, 1
  45. J. Lebreton, Histoire du Dogme de la Trinite. Des origines au concile de Nicee II, Paris 1928, σελ. XIII
  46. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία, σελ. 423
  47. Προς Μαγνησιείς 8, 2: "Εις Θεός εστίν, ο φανερώσας εαυτόν δια Ιησού Χριστού"
  48. Προς Σμυρναίους, Πρόλογος
  49. Προς Εφεσίους 9, 1. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 171
  50. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία, σελ. 423
  51. Προς Μαγνησιείς 8, 2
  52. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 173
  53. Προς Εφεσίους 19, 1
  54. Προς Εφεσίους 19, 2
  55. Προς Μαγνησιείς 8, 2
  56. Προς Σμυρναίους 1, 1
  57. Προς Εφεσίους, Πρόλογος
  58. Προς Ρωμαίους 6, 3
  59. ο.π. 7, 3
  60. Προς Μαγνησιείς 13, 1
  61. Προς Εφεσίους 18, 2
  62. Κ. Σκουτέρης, Ενθ.αν., σελ. 171
  63. Ν. Νικολαΐδης, Αποστολικοί Πατέρες, σελ. 389
  64. Προς Εφεσίους 7, 2
  65. Προς Σμυρναίους 5, 2
  66. Προς Μαγνησιείς 7, 2
  67. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των δογμάτων Α΄, σελ. 176
  68. Ν. Νικολαΐδης, Αποστολικοί Πατέρες, σελ. 411
  69. Προς Μαγνησιείς 6, 1
  70. Προς Εφεσίους 20, 2
  71. Προς Μαγνησιείς 10, 3
  72. Προς Εφεσίους 18, 1
  73. Προς Σμυρναίους 8, 2
  74. Προς Εφεσίους 4, 1-2
  75. Προς Εφεσίους 20, 2
  76. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 187
  77. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 187
  78. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 187
  79. Προς Μαγνησιείς 7, 1-2
  80. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 192
  81. Προς Φιλαδελφείς 9, 1
  82. Κ. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων Α΄, σελ. 194
  83. Π. Χρήστου, Ελλ. Πατρολογία, σελ. 426
  84. Προς Μαγνησιείς 6, 1
  85. Προς Σμυρναίους 8, 2
  86. Προς Μαγνησιείς 7, 1
  87. ο.π. 7
  88. Ν. Νικολαΐδης, Οι Αποστολικοί Πατέρες, σελ. 191
  89. Κ. Σκουτέρης, ενθ.αν., σελ. 192
  90. Ν. Νικολαΐδης, ενθ.αν., σελ. 436-437
  91. Ν. Νικολαΐδης, ενθ.αν., σελ. 447
  92. Ν. Νικολαΐδης, ενθ.αν., σελ. 448

Βιβλιογραφία

  • Παπαδόπουλος Γ. Στυλιανός, "Πατρολογία", τομ. Α΄ και Β΄, Αθήνα 2000.
  • Χρήστου Παναγιώτης, "Ελληνική Πατρολογία", τόμ. Β΄, Κυρομάνος, Αθήνα 2005 (c1976).
  • Νικολαΐδης Ι. Νίκος, "Αποστολικοί Πατέρες, Γραμματολογική και Θεολογική προσέγγιση", Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2002.
  • Κρικώνης Χρήστος, "Αποστολικοί Πατέρες", τ. Α΄, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1995.
  • Σκουτέρης Κωνσταντίνος, "Ιστορία των Δογμάτων", τ. Α΄, Αθήνα 1998.