Άνοιγμα κυρίως μενού

OrthodoxWiki β

Ο πάπυρος (λατ. papyrus) είναι ένα υδρόβιο φυτό των βάλτων (Cyperus papyrus και σε μτφρ. κύπειρος ο πάπυρος) που παλαιότερα φύτρωνε στην κοιλάδα του Νείλου, σε διάφορες περιοχές της Συρίας, στη Μεσοποταμία και στην Παλαιστίνη, κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ. Υπό ευνοϊκές συνθήκες το φυτό φθάνει σε ύψος πέντε μέτρων.

Σήμερα, το βρίσκουμε την κοιλάδα του Άνω Νείλου, την Αβησσυνία και τα νερά της Ουγκάντας, ενώ το συναντούμε στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Σικελία, κοντά στις Συρακούσες. Στα άλλα τμήματα του Νείλου, σε σχέση με το παρελθόν, ο πάπυρος βρίσκεται σε ελάχιστα μέρη.

Από το φυτό πάπυρος έφτιαχναν το πιο κοινό υλικό γραφής σε ολόκληρη την κλασική Αρχαιότητα. Τα αρχαιότερα δείγματα παπύρου, με ιερογλυφική γραφή, χρονολογούνται από το 3.000 π.Χ., εικονίζονται όμως κύλινδροι από πάπυρο σε παραστάσεις αιγυπτιακών ναών που είναι ακόμη παλαιότερες. Αρχικά οι Έλληνες δεν έκαναν εισαγωγή παπύρου από την Αίγυπτο, αλλά τον αγόραζαν από τους Φοίνικες. Από εκεί, κατά την άποψη μερικών ερευνητών, προήλθε μια άλλη ονομασία του παπύρου, Βύβλος, από την ομώνυμη πόλη της Φοινίκης και σημαντικό κέντρο εμπορίας παπύρου (βλ. περισσότερα στην επόμενη παράγραφο Ετυμολογία τού όρου).

Ετυμολογία του όρου

Η λέξη πάπυρος εισήλθε στην Ελληνική αρκετά αργά, κατά την ελληνιστική εποχή (πρωτοαπαντά σε κείμενα του Θεοφράστου, του Διοσκουρίδη κ.ά.). Το γεγονός ότι το ίδιο φυτό είχε γίνει γνωστό προηγουμένως στους Έλληνες υπό την ονομασία βύβλος / βίβλος, δυσχεραίνει την παρακολούθηση της ακριβούς πορείας που διέγραψε η λέξη. Εικονογράμματα σημιτικής προελεύσεως φαίνεται να δηλώνουν τόσο τη βύβλο όσο και τον πάπυρο.

Η καλύτερη ετυμολογική υπόθεση που έχει μέχρι τώρα διατυπωθεί είναι η αναγωγή σε αρχ. αιγυπτ. φρ. pa-pu-ro, η οποία κατά βάσιν σημαίνει «βασιλικός, αυτός που ανήκει στο βασιλικό μονοπώλιο» και δηλώνει ότι το φυτό ανήκε στα προϊόντα μονοπωλίου τού Φαραώ[1]. Ωστόσο, μολονότι η εν λόγω εκδοχή παρατίθεται στα εγκυρότερα λεξικά τής Αρχαίας Ελληνικής, εξακολουθεί να μην είναι καθολικώς αποδεκτή από τους γλωσσολόγους.[2] Το βασικό αντεπιχείρημα είναι η σύγχυση των εικονογραμμάτων «βύβλος» και «πάπυρος», τα οποία φαίνεται να αντιστοιχούν στην ίδια αιγυπτιακή φράση. Ο J. Knobloch υποστήριξε ότι το εικονόγραμμα αναφερόταν στην ποιότητα του υλικού πρώτα και κατόπιν καθιερώθηκε ως ονομασία του.

Χρήσεις του φυτού

Στην αρχαιότητα ο πάπυρος χρησιμοποιήθηκε πολύ ως γραφική ύλη, παρόμοια με το χαρτί και από εκεί πήρε το όνομά της η Παπυρολογία, η επιστήμη που ασχολείται με τα γραμμένα σε παπύρους αρχαία κείμενα.

Εκτός από την παραγωγή γραφικής ύλης, στην αρχαιότητα υπήρξαν και άλλες χρήσεις του φυτού αυτού. Με τις ίνες του παπύρου έφτιαχναν χοντρά και λεπτά σχοινιά, φιτίλια για λάμπες, πέδιλα από πλεγμένο πάπυρο, ακόμα και ανάλαφρες βάρκες. Το ξύλο των ριζών προσέφερε καύσιμο υλικό και χρησίμευε για την κατασκευή εργαλείων. Η διάταξη των λουλουδιών του διαπλεκόταν σε γιρλάντες, η δε στάχτη χρησιμοποιούνταν ως γιατρικό. Επίσης, συχνά αναφέρεται ότι οι φτωχοί μασούσαν το εσωτερικό των κοτσανιών του παπύρου, όπως γινόταν με το ζαχαροκάλαμο.

Σήμερα, χρησιμοποιείται επίσης ως διακοσμητικό φυτό σε κήπους και στην Ελλάδα, αλλά και γενικά σε χώρες της λεκάνης της Μεσογείου.

Παραγωγή γραφικής ύλης από πάπυρο

Για να κατασκευαστεί η γραφική ύλη από πάπυρο, έπαιρναν την ψίχα του κατώτερου τμήματος του στελέχους του φυτού. Σε γενικές γραμμές η διαδικασία ήταν η εξής:

Το στέλεχος, ενώ ήταν ακόμη φρέσκο, το έκοβαν σε τμήματα και το αποφλοίωναν, για να ελευθερώσουν την ψίχα. Αυτήν την έκοβαν σε λεπτές, αλλά όσο ήταν δυνατόν πλατιές λωρίδες, τις οποίες επάνω σε μια σανίδα βρεγμένη στο νερό τις έβαζαν οριζόντια τη μια πλάι στην άλλη, ώστε να επικαλύπτονται λίγο οι άκρες τους. Κατόπιν, επάνω σε αυτό το πρώτο στρώμα έμπαινε ένα δεύτερο στρώμα από λωρίδες τοποθετημένες κάθετα. Σχηματιζόταν έτσι ένα πλέγμα, που το πίεζαν με μια μεγάλη, πλατιά πέτρα. Με την πίεση έβγαινε από τις χλωρές ίνες του φυτού μια κολλώδης ουσία και έτσι τα δύο στρώματα ενώνονταν μεταξύ τους.

Με τον τρόπο αυτό δημιουργούσαν ένα "φύλλο" παπύρου που στη συνέχεια ξηραινόταν στον ήλιο και τέλος απλωνόταν επάνω του ένα μείγμα αλευρόκολλας, ώστε να γίνει όσο το δυνατόν πιο λεία η επιφάνεια. Κατόπιν, με τη βοήθεια κάποιας κολλητικής ουσίας ένωναν μεταξύ τους πολλά φύλλα (τουλάχιστον 20), τα οποία δημιουργούσαν έναν ρόλο, όπου οι ίνες του φυτού στη μια πλευρά πήγαιναν πάντοτε στην ίδια κατεύθυνση. Στην εξωτερική πλευρά του ρόλου πήγαιναν κάθετα (verso) και, επομένως, στην εσωτερική πλευρά πήγαιναν οριζόντια (recto).

Ο πάπυρος έφθανε στο εμπόριο με τη μορφή τέτοιων ρόλων οι οποίοι τυλίγονταν σε ένα ξύλινο κοντάρι, καθώς είχαν την ελαστικότητα που ήταν αναγκαία για ένα αρχαίο βιβλίο, το οποίο έπρεπε συχνά να ξετυλίγεται και να τυλίγεται. Ένας από τους μεγαλύτερους παπύρους που σώζονται (P. Oxy. 843) περιείχε, όταν ήταν ακέραιος, ολόκληρο το Συμπόσιο του Πλάτωνα και πρέπει να είχε μήκος 6,5 περίπου μέτρα. Βέβαια, όταν έπρεπε να γραφτούν κομμάτια μικρότερου μεγέθους (π.χ. μια επιστολή), τότε έκοβαν από τους ρόλους αυτούς το αναγκαίο μέγεθος.

Σταδιακά, η χρήση των κυλινδρικών παπύρων μειώθηκε και ο παπύρινος Κώδικας, ένας τύπος βιβλίου από ενωμένα φύλλα παπύρου, άρχισε να επικρατεί από τον 2ο αι. για τα χριστιανικά κυρίως κείμενα.

Πάνω στον πάπυρο έγραφαν κατά στήλες με ένα μυτερό καλάμι βουτηγμένο σε μελάνι, τις περισσότερες φορές μόνο από την εσωτερική όψη και σπανιότερα στις δύο όψεις.

Μειονεκτήματα του παπύρου ως υλικού γραφής

Ένας ρόλος από πάπυρο μπορούσε να διατηρηθεί ακόμη και τριακόσια χρόνια, συνήθως όμως η ζωή του ήταν βραχύτερη. Το μεγάλο πρόβλημα του παπύρου ήταν πως έσπαγε εύκολα και η συχνή χρήση των μεγάλων σε μέγεθος ρόλων προκαλούσε πολλές βλάβες από το διαρκές δίπλωμα και ξεδίπλωμα.

Ένας άλλος μεγάλος εχθρός του παπύρου ήταν η υγρασία. Με την έκθεσή του σε αυτήν, γινόταν εύθρυπτος και το χρώμα του σκούραινε. Ένας πάπυρος που είχε βραχεί και στεγνώσει επανειλημμένα το πιο πιθανό ήταν να διαλυθεί μόλις κάποιος τον άγγιζε. Για το λόγο αυτόν τα πλουσιότερα αρχαιολογικά παπυρικά ευρήματα σώθηκαν σε ξηρά εδάφη, σε περιοχές με ξηρό κλίμα.

Γενικά η φύλαξη και η διατήρησή τους έπρεπε να γίνει με προσοχή, καθώς ο σκόρος ή και τα ποντίκια μπορούσαν να προξενήσουν εξίσου μεγάλη ζημιά με την υγρασία. Στις αρχαίες βιβλιοθήκες οι κύλινδροι από πάπυρο ήταν τοποθετημένοι μέσα σε κυλινδρικές θήκες και φυλάσσονταν σε ξύλινα ράφια. Για τη μόνωση της βιβλιοθήκης από την υγρασία, ένας δεύτερος τοίχος περιέβαλλε τους εσωτερικούς τοίχους του κτηρίου αφήνοντας ένα κενό διάστημα ανάμεσα τους.

Καθώς ο πάπυρος παρουσίαζε αυτά τα πρακτικά μειονεκτήματα, στο βασίλειο της Περγάμου χρησιμοποιήθηκε εναλλακτικά ως γραφική ύλη το δέρμα ζώου, η περγαμηνή. Το νέο υλικό ήταν μια επανάσταση που οδήγησε στη δημιουργία του κώδικα, δηλαδή μιας αρχικής μορφής του βιβλίου που ξέρουμε σήμερα.

Υποσημειώσεις

  1. G.H. Christensen, Orientalische Literaturzeitung, τεύχος 41, Berlin 1938, σελ. 204 κ.εξ.
  2. J. Knobloch, Lingua 26, 1971, σελ. 310.

Βιβλιογραφία

  • B. L. Ullman, Ancient Writing and Its Influence, Longmans, Green, 1932
  • E. G. Turner, Ελληνικοί πάπυροι-Εισαγωγή στη μελέτη και τη χρήση των παπυρικών κειμένων, ΜΙΕΤ, 1981
  • Elpidio Mioni, Εισαγωγή στην Ελληνική Παλαιογραφία, ΜΙΕΤ, 1985
  • Heinz-Gunther Nesselrath, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία-Τόμος Α', Παπαδήμας, 1997
  • Horst Blanck, Το βιβλίο στην αρχαιότητα, Παπαδήμας, 1994
  • L.D.Reynolds & N.G.Wilson, Αντιγραφείς και Φιλόλογοι, ΜΙΕΤ, 1981
  • Paul Harvey, The Oxford Companion to Classical Literature, Clarendon Press, 1937
  • Βασίλειος Μανδηλαράς, Πάπυροι και Παπυρολογία, Αθήνα 1994, β΄ έκδ.

Σχετικά άρθρα