Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του "Αρσένιος ο Καππαδόκης"

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
(Η πίστη μας δεν πουλιέται)
μ
 
(23 ενδιάμεσες εκδόσεις από 3 χρήστες δεν εμφανίζονται)
Γραμμή 1: Γραμμή 1:
[[Image:Arsenios_cappadokis.jpg|right|thumb|Αγ. Αρσένιος ο Καππαδόκης]]
+
{{Άγιος
{{επιμέλεια}}
+
| Όνομα = Αρσένιος ο Καππαδόκης
 +
| Εικόνα = [[Image:Saint Arsenios.jpg|150px]]
 +
| Όνομα Εικόνας = Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης
 +
| ΗμερομηνίαΓέννησης = 1840, ''Φάρασα Καππαδοκίας''
 +
| ΗμερομηνίαΚοίμησης = 10 Νοεμβρίου 1924, ''Κέρκυρα''
 +
| ΗμερομηνίαΕορτής = [[Πρότυπο:10 Νοέμβριος|10 Νοεμβρίου]]
 +
| Ημερομηνίες =
 +
| Τίτλος = [[Πρεσβύτερος]], [[Μοναχός]], [[Άγιος]]
 +
}}
 +
Ο '''Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης''' αποτελεί μια από τις πλέον σύγχρονες φωτισμένες μορφές της εκκλησίας. Ο βίος του δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός, μέχρι τη δημοσίευσή του από μια άλλη σύγχρονη χαρισματική μορφή, τον [[Γέρων Παΐσιος|Γέροντα Παΐσιο]]. Ο Άγιος Αρσένιος έζησε στα δύσκολα χρόνια μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους στην Καππαδοκία. Είχε ιδιαίτερη μόρφωση για την εποχή, με αποτέλεσμα να τη χρησιμοποιήσει για να διδάξει τα ελληνικά και εκκλησιαστικά γράμματα, σε μια εποχή που η Τουρκική αυλή εξεδίωκε απηνώς το ελληνικό στοιχείο. Χαρακτηριστική ήταν η συμβολή του στην μικρασιατική καταστροφή, οπού ως πνευματικός οδηγός οδήγησε τους ξεριζωμένους Έλληνες κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, στην ηπειρωτική Ελλάδα.
  
== Ανατροφή και μόρφωση ==
+
== Ο βίος του ==
  
Ο Όσιος πατήρ Αρσένιος Χατζεφεντής, ο νεοφανής Άγιος, γεννήθηκε γύρω στα 1840 στο χωριό Φάρασα ή Βαρασιό της Καππαδοκίας, στην περιοχή της Νοτιοανατολικής σημερινής Τουρκίας. Το χωριό αυτό, με μοναδικό λαϊκό πολιτισμό έως την ανταλλαγή (πληθυσμών), ήταν το Κεφαλοχώρι μιας ομάδας έξι χωριών της επαρχίας Φαράσων και είχε τότε τετρακόσιες οικογένειες με Ορθόδοξους Ρωμιούς και μια Τουρκική…
+
Ο [[Όσιος]] Αρσένιος Χατζεφεντής, γεννήθηκε γύρω στα 1840 στο χωριό ''Φάρασα'' ή ''Βαρασιό'' της ''Καππαδοκίας'', στην περιοχή της Νοτιοανατολικής σημερινής Τουρκίας. Το χωριό αυτό, με μοναδικό λαϊκό πολιτισμό έως την ανταλλαγή πληθυσμών, ήταν το Κεφαλοχώρι μιας ομάδας έξι χωριών της επαρχίας Φαράσων και είχε τετρακόσιες οικογένειες Ορθοδόξων. Ήταν μεταλλουργική κωμόπολη, στην άγρια περιοχή των βουνών του Αντίταυρου. Οι γονείς του ήταν φτωχοί ευσεβείς χωρικοί, κατά τον μακαριστό Αγιορείτη [[Γέρων Παΐσιος|π. Παΐσιο]], που ήταν πνευματικό του παιδί. Ο δάσκαλος πατέρας του, ονομαζόταν Ελευθέριος και μετά το προσκύνημα στους άγιους Τόπους, Χατζηλευτέρης. Το επώνυμό του ήταν Αννητσαλήχος και το παρατσούκλι του, Αρτζίδης. Η μητέρα του λεγόταν Βαρβάρα, το γένος Φράγκου ή Φραγκόπουλου, με το παρατσούκλι Τσαπάρη. Είχαν αποκτήσει δυο παιδιά, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (π. Αρσένιο), που σε μικρή ηλικία έμειναν ορφανά, πρώτα απ’ τον πατέρα τους και λίγο αργότερα κι απ’ την μητέρα τους, με αποτέλεσμα να αναλάβει την ανατροφή τους και την προστασία τους η αδελφή της μητέρας τους.
  
Ήταν μεταλλουργική κωμόπολη, στην άγρια περιοχή των βουνών του Αντίταυρου. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι από αρετές και μέτριοι από υλικά πράγματα, κατά τον μακαριστό Αγιορείτη π. Παΐσιο, που ήταν βαφτιστικός του! Ο δάσκαλος πατέρας του, ονομαζόταν Ελευθέριος και μετά το προσκύνημα στους άγιους Τόπους, Χατζηλευτέρης. Το επώνυμό του ήταν Αννητσαλήχος και το παρατσούκλι του Αρτζίδης. Η μητέρα του λεγόταν Βαρβάρα, το γένος Φράγκου ή Φραγκόπουλου, με το παρατσούκλι Τσαπάρη.
+
Ο Θεόδωρος από μικρή ηλικία είχε κλίση προς τον μοναχισμό και είχε πάρει την απόφαση να γίνει μοναχός, ύστερα από τη σημαδιακή σωτηρία του από βέβαιο πνιγμό στον χείμαρρο Εβκάση. Τον Θεόδωρο έστειλε η θεία του στην πόλη Νίγδη για να μορφωθεί. Εκεί τον προστάτευε η αδελφή του πατέρα του, που εργαζόταν ως δασκάλα. Όταν τέλειωσε, η δασκάλα-θεία του φρόντισε με συγγενείς τους στη Σμύρνη, να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Κάθε φορά που πήγαινε στα Φάρασα, μάζευε τα μικρά παιδιά να τα μάθει κάποια γράμματα, αφού δάσκαλος σπάνια βρισκόταν να διδάξει τα παιδιά της περιοχής. Τελικά μετέβη στη Σμύρνη, όπου έμαθε καλά και τα Ελληνικά γράμματα και τα εκκλησιαστικά, αλλά και τα Αρμενικά και Τουρκικά, καθώς και λίγα Γαλλικά. Το 1866, έζησε στο κοινόβιο, της ''Ιεράς Μονής Φλαβιανών'' (Ζιντζί-Ντερέ) του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί σύντομα εκάρη μοναχός, με το όνομα Αρσένιος. Την ίδια εποχή όμως ενεφανίσθη έλλειψη δασκάλων στην περιοχή και ο Μητροπολίτης ''Παΐσιος ο Β΄'' τον χειροτόνησε [[διάκονος|διάκονο]] και τον έστειλε στα Φάρασα, για να διδάξει. Τα έξι ελληνικά μικρά χωριά οι Τούρκοι επεδίωκαν να τα αφήσουν χωρίς δάσκαλο, ώστε να μη μετέχουν και εκκλησιαστικών γραμμάτων, γι' αυτό ο π. Αρσένιος, επειδή δεν βρισκόταν άλλος δάσκαλος δέχτηκε.
  
Είχαν αποκτήσει δυο παιδιά, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (π. Αρσένιο). Σε μικρή ηλικία έμειναν ορφανά, πρώτα απ’ τον πατέρα τους και λίγο αργότερα κι απ’ την μητέρα τους. Τα προστάτεψε η αδελφή της μητέρας τους, στα Φάρασα…
+
Στο σχολείο που εστάλη, δεν είχε θρανία, αλλά δέρματα από κατσίκες κι έτσι οι Τούρκοι νόμιζαν ότι μάθαινε τα παιδιά να προσεύχονται, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα πήγαινε στο ξωκλήσι της Παναγιάς στη θέση Κάντσι, μέσα σε μια σπηλιά. Όταν έγινε τριάντα χρονών, το 1870, χειροτονήθηκε στην Καισαρεία [[πρεσβύτερος]], με τον τίτλο του [[αρχιμανδρίτης|Αρχιμανδρίτη]]. Εν συνεχεία μετέβη στα Ιεροσόλυμα για προσκύνημα και έκτοτε οι Φαρασιώτες τον αποκαλούσαν Χατζεφεντή.
  
Οικονόμησε όμως ο Θεός τα πράγματα έτσι, ώστε από μικρός ο Θεόδωρος να πάρει την απόφαση να γίνει μοναχός, ύστερα από τη σημαδιακή σωτηρία του από βέβαιο πνιγμό στον χείμαρρο Εβκάση! Επειδή παρών στην σωτηρία του ήταν και ο ηθικός αυτουργός, μεγαλύτερος αδελφός του Βλάσης, οικονόμησε ο Κύριος να επηρεαστεί κι αυτός, οπότε έγινε μεγάλος ψάλτης της βυζαντινής μουσικής.
+
Ζούσε ταπεινά και ήταν ολιγαρκής. Κοιμόταν καταγής και ελάχιστες ώρες την ημέρα. Δύο φορές την βδομάδα ήταν έγκλειστος στο κελί του για εσωτερική νήψη, μελέτη βιβλικών και πατερικών κειμένων, βίους αγίων και προσευχή ιδιαίτερη. Οι δύο αυτές ημέρες αγίαζαν και καρποφορούσαν τις άλλες πέντε ημέρες της εβδομάδας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Το κατάλυμά του, όπου δεχόταν τους πνευματικούς και φυσικούς ασθενείς του, ήταν φτωχικό και δίπλα είχε ένα μικρό ατομικό κελί χωμάτινο πάτωμα. Στο ανατολικό μέρος είχε ένα ράφι και πάνω εικονοστάσι αρκετές εικόνες, όπου έκαιγε ακοίμητο κανδήλι και κάτω απ’ αυτό ήταν πάντα ένα χαλάκι, όπου γονατιστός προσευχόταν. Το τυπικό του ήταν να μένει έγκλειστος Τετάρτη και Παρασκευή με απόλυτη άσκηση. Αν κάποιος άρρωστος τύχαινε να τον επισκεφτεί, τον δεχόταν, αλλά με απόλυτη σιωπή. Γι' αυτό, αυτές τις δυο μέρες δεν τραβούσε πάνω του τις Ουράνιες δυνάμεις και χαρίσματα, αλλά τραβούσαν αυτόν πάνω στους ουρανούς οι αγγελικές δυνάμεις, όπως γράφει ο π. Παΐσιος.
  
Τον Θεόδωρο έστειλε η θεία του στην πόλη Νίγδη για να μορφωθεί. Εκεί τον προστάτευε η αδελφή του πατέρα του, που εργαζόταν ως δασκάλα. Όταν τέλειωσε εκεί, η δασκάλα θεία του φρόντισε με συγγενείς τους στη Σμύρνη, να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Κάθε φορά που πήγαινε στα Φάρασα για διακοπές, μάζευε τα μικρά παιδιά να τα μάθει κάποια γράμματα, αφού δάσκαλος πήγαινε στη χάση και τη φέξη του… Τούρκικου φεγγαριού!
+
Ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή (1922) ο π. Αρσένιος παρέμενε στα Φάρασα ως τις 14 Αυγούστου του 1924. Τότε τον ανάγκασαν οι Τούρκοι να ακολουθήσει το ποίμνιό του κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία έφτασε με καράβι στον Άγιο Γεώργιο Πειραιά και γιόρτασε μαζί με τους υπολοίπους συμπατριώτες του την μεγάλη μέρα του [[Σταυρός|Σταυρού]] (14 Σεπτεμβρίου 1924), με το παλαιό ημερολόγιο που είχαν στον τόπο τους. Από τον Πειραιά μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα, όπου διέμεινε για δύο βδομάδες στο Κάστρο της Κέρκυρας και λειτούργησε δύο φορές, στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου και μία εβδομάδα στο Νοσοκομείο. Λόγω όμως της ηλικίας και των κακουχιών, που υπέστη ο γέροντας, όπως είχε προβλέψει και προειδοποιήσει το ποίμνιό του, εκοιμήθη στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Ο γέροντας εκοιμήθη πένητας, με μόνη περιουσία, μερικά βιβλία. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός αυτό, πικρία και λύπη επικράτησε ανάμεσα στους φαρασιώτες, παρ’ ότι τους είχε προετοιμάσει.Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήρι της Κέρκυρας
  
Πριν φύγει όμως για τα η Σμύρνη, περνώντας απ’ τα Φάρασα η προστάτιδα θεία του εκεί, προσπάθησε να τον… παντρέψει, χωρίς να τον ρωτήσει, με την κόρη του Αμπάρογλη, την Βασιλική, η οποία δεν δεχόταν, γιατί τον έλεγε… καλόγηρο!!!
+
=== Η εκταφή του και η αγιότητά του ===
  
Γι' αυτό την άλλη μέρα φεύγει για την Σμύρνη. Εκεί έμαθε καλά και τα Ελληνικά γράμματα και τα εκκλησιαστικά, αλλά και τα Αρμενικά και Τουρκικά, καθώς και λίγα Γαλλικά! Τελειώνοντας τις σπουδές του το 1866 (26 ετών), πέρασε απ’ τα Φάρασα και τη Νίγδη, όπου αποχαιρέτησε τις θείες του.
+
Το 1945 βρέθηκε ο τάφος του Αγίου από τα αδέλφια του [[Γέρων Παϊσιος|Γέροντα Παϊσίου]]. Έτσι τον Οκτώβριο του 1958 πήγε στην Κέρκυρα αποφασισμένος να κάνει ανακομιδή των λειψάνων του. Τελικά προέβη σε ανακομιδή και το 1970 τα μετέφερε και τα τοποθέτησε κάτω απ’ την Αγία Τράπεζα του καθολικού, στο Ι. Ησυχαστήριο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σε συνεννόηση με τον φίλο του, κτήτορα και γέροντα του Ησυχαστηρίου, π. Πολύκαρπο. Ο π. Αρσένιος παρουσιάστηκε σε ενοράσεις και ενύπνια σε πολλές μοναχές και ο π. Πολύκαρπος ενημέρωσε τον π. Παΐσιο, που ήταν πια Αγιορείτης.
  
== Μοναχός Αρσένιος, δάσκαλος και κληρικός ==
+
Το 1979 εξέδωσε, το Γυναικείο Ι. Ησυχαστήριο της Σουρωτής, το βίο του Αγίου Αρσενίου, με στοιχεία, που είχαν περισυλλεγεί και συγγραφεί από τον π. Παΐσιο. Οι προσπάθειές του στο εξής ήταν δώσει όλα τα στοιχεία στο σεπτό [[Οικουμενικό Πατριαρχείο|Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως]] για την αναγνώριση της αγιότητας του π. Αρσενίου. Να σημειωθεί πως στον π. Παΐσιο ο ανάδοχός του είχε παρουσιασθεί στις 21-2-1971, Ψυχοσάββατο.
 
 
Την ίδια χρονιά (1866) κοινοβίασε στην Ιερά Μονή Φλαβιανών (Ζιντζί-Ντερέ) του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί σύντομα κάρηκε μοναχός, με το όνομα Αρσένιος. Την εποχή εκείνη όμως είχαν ανάγκη από δασκάλους, οπότε ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β΄ τον χειροτόνησε διάκονο και τον έστειλε στα Φάρασα, για να μάθει τα εγκαταλειμμένα παιδιά γράμματα! Τα έξι ελληνικά μικρά χωριά οι Τούρκοι τα ήθελαν στην αγραμματοσύνη, γι' αυτό ο π. Αρσένιος, επειδή δεν βρισκόταν άλλος δάσκαλος δέχτηκε να θυσιάσει την μοναχική του ησυχία…
 
 
 
Στο σχολείο δεν είχε θρανία, αλλά δέρματα από κατσίκες κι έτσι οι Τούρκοι νόμιζαν ότι μάθαινε τα παιδιά να… προσεύχονται! Άλλες φορές τα πήγαινε στο ξωκλήσι της Παναγιάς στη θέση Κάντσι, μέσα σε μια σπηλιά.
 
 
 
Όταν έγινε τριάντα χρονών, το 1870, χειροτονήθηκε στην Καισαρεία πρεσβύτερος, με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη, και πήρε και την ευλογία του πνευματικού. Στη συνέχεια πήγε στα Ιεροσόλυμα για προσκύνημα και έκτοτε οι Φαρασιώτες τον φώναζαν Χατζεφεντή.
 
 
 
Όταν έκανε εράνους στα κοντινά χωριά, ο βαθύτερος στόχος του ήταν η επαφή με Έλληνες Χριστιανούς, ώστε να τους τονώνει το ηθικό! Πάντως με τα χρόνια, όχι τόσο η ασκητική και αγαπητική του στάση, όσο η γεμάτη θεία χαρίσματα ζωή του, τόνωνε τους πιστούς.
 
 
 
 
 
== Ο τρόπος ζωής του ==
 
 
 
Ο Όσιος, ενώ ήταν επιεικής με τους άλλους και πολύ αυστηρός με τον εαυτό του. Ζούσε ταπεινά και ήταν ολιγαρκής. Κοιμόταν καταγής και ελάχιστες ώρες την ημέρα. Δύο φορές την βδομάδα ήταν έγκλειστος στο κελί του για εσωτερική νήψη, μελέτη βιβλικών και πατερικών κειμένων, βίους αγίων και προσευχή ιδιαίτερη. Οι δύο αυτές ημέρες αγίαζαν και καρποφορούσαν τις άλλες πέντε ημέρες της εβδομάδας.
 
 
 
Το κατάλυμά του, όπου δεχόταν τους πνευματικούς και φυσικούς ασθενείς του, ήταν φτωχικό και δίπλα είχε ένα μικρό ατομικό κελί χωμάτινο πάτωμα. Στο ανατολικό μέρος είχε ένα ράφι και πάνω εικονοστάσι με αρκετές εικόνες, όπου έκαιγε ακοίμητο κανδήλι και κάτω απ’ αυτό ήταν πάντα ένα χαλάκι, όπου γονατιστός προσευχόταν.
 
 
 
Το τυπικό του, να μένει έγκλειστος Τετάρτη και Παρασκευή με απόλυτη άσκηση, ήταν το ανθρώπινο όπλο του. Αν κάποιος άρρωστος τύχαινε να τον επισκεφτεί τότε, τον δεχόταν, αλλά με απόλυτη σιωπή.
 
 
 
Γι' αυτό, αυτές τις δυο μέρες δεν τραβούσε πάνω του τις Ουράνιες δυνάμεις και χαρίσματα, αλλά τραβούσαν αυτόν πάνω στους ουρανούς οι αγγελικές δυνάμεις, όπως γράφει ο π. Παΐσιος.
 
 
 
== Η κοίμησή του ==
 
 
 
Ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή (1922) ο π. Αρσένιος παρέμενε στα Φάρασα ως τις 14 Αυγούστου του 1924. Τότε τον ανάγκασαν οι Τούρκοι να ακολουθήσει το ποίμνιό του κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία έφτασε με καράβι στον Άγιο Γεώργιο Πειραιά και γιόρτασε, μαζί με τους υπολοίπους συμπατριώτες του, την μεγάλη μέρα του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου 1924) με το παλαιό ημερολόγιο που είχαν στον τόπο τους.
 
 
 
Από τον Πειραιά τους μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα, οπου διέμεινε για δύο βδομάδες στο Κάστρο της Κέρκυρας και λειτούργησε δύο φορές, στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου και μία εβδομάδα στο Νοσοκομείο. Λόγω όμως της ηλικίας και των κακουχιών, που υπέστη ο γέροντας, όπως είχε προβλέψει και προειδοποιήσει το ποίμνιό του, εκοιμήθη στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους.
 
 
 
Ο γέροντας εκοιμήθη πένητας, με μόνη περιουσία, μερικά βιβλία. Όταν μαθεύτηκε πικρία και λύπη επικράτησε ανάμεσα στους φαρασιώτες, παρ’ ότι τους είχε προετοιμάσει.Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήρι της Κέρκυρας
 
 
 
== Η εκταφή του και η αγιότητά του ==
 
 
 
Το 1945 βρέθηκε ο τάφος του Αγίου από τα αδέλφια του [[Γέρων Παϊσιος|Γέροντα Παϊσίου]]. Έτσι όταν τον Οκτώβριο του 1958 πήγε στην Κέρκυρα αποφασισμένος να κάνει ανακομιδή των λειψάνων του. Τελικά προέβη σε ανακομμιδή των λειψάνων του και το 1970 τα μετέφερε και τα τοποθέτησε κάτω απ’ την Αγία Τράπεζα του καθολικού, στο Ι. Ησυχαστήριο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σε συνεννόηση με τον φίλο του, κτήτορα και γέροντα του Ησυχαστηρίου, π. Πολύκαρπο. Ο π. Αρσένιος παρουσιάστηκε σε ενοράσεις και ενύπνια σε πολλές μοναχές και ο π. Πολύκαρπος ενημέρωσε τον π. Παΐσιο, που ήταν πια Αγιορείτης.
 
 
 
Το 1979 εξέδωσε, το Γυναικείο Ι. Ησυχαστήριο της Σουρωτής, το βίο του Αγίου Αρσενίου, με στοιχεία, που είχαν περισυλλεχτεί και συγραφεί από τον π. Παΐσιο. Οι προσπάθειές του στο εξής ήταν δώσει όλα τα στοιχεία στο σεπτό [[Οικουμενικό Πατριαρχείο|Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως]] για την αναγνώριση της αγιότητας του π. Αρσενίου. Να σημειωθεί πως στον π. Παΐσιο ο ανάδοχός του είχε παρουσιασθεί στις 21-2-1971, Ψυχοσάββατο.
 
  
 
Το 1986 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε και επίσημα την αγιότητα του Π. Αρσενίου του Θαυματουργού και όρισε να εορτάζεται η μνήμη του στις 10 Νοεμβρίου, ημέρα της κοίμησής του.
 
Το 1986 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε και επίσημα την αγιότητα του Π. Αρσενίου του Θαυματουργού και όρισε να εορτάζεται η μνήμη του στις 10 Νοεμβρίου, ημέρα της κοίμησής του.
Γραμμή 79: Γραμμή 55:
 
</div>
 
</div>
  
== Από το βίο του Αγίου Αρσενίου ==
+
=== Γεγονότα ===
 
 
===Προφητείες===
 
Ανακαλείται στα σημεία, που αργότερα ξεδιάλυναν οι χριστιανοί, αναφέρονται και αρκετές προφητικές ρήσεις του, σε ανύποπτους χρόνους:
 
 
 
'''1).''' Ο γέρο- Πρόδρομος ο Κορτσινόγλου (του Χατζησινή) αναφέρει πως το 1937 είπε: «το 1941 τα αρνιά του Πάσχα θα είναι μαύρα». Πράγματι το Πάσχα του 1941 η Ελλάδα δεν άντεξε την πολεμική πίεση των Γερμανών φασιστο-ιμπεριαλιστών και βρέθηκε στην κατοχή!
 
 
 
'''2).''' Η Αμαλία Ελευθεριάδου ("Μάρτυς της Σκοπιάς" κατόπιν) διηγείται, πως ο Χατζεφεντής έλεγε από πριν, ότι «θα πάμε στην Ελλάδα» και ότι ο ίδιος «θα ζήσει μόνο σαράντα μέρες εκεί»! Αυτό έγινε μετά τον Αύγουστο του 1924 με τις ανταλλαγές πληθυσμών, μετά την Μικρασιατική καταστροφή! Όταν κάποιος Φαρασιώτης του είπε: «Τι είσαι συ, που τα ξέρεις αυτά; Θεός;» Ο Χατζεφεντής του απάντησε: «Είμαι πιστός δούλος του Θεού και το ξέρω»!
 
 
 
'''3).''' Πριν γίνει η ανταλλαγή έλεγε: «όταν πάμε στην Ελλάδα, το χωριό μας θα σπαρθεί σε πολλά μέρη της, θα γίνει γαρμάν - τσορμάν, δηλ. φύρδην - μίγδην». Πράγματι όλοι οι Φαρασιώτες στην Ελλάδα σκορπίστηκαν παντού, όπου ούτε οι συγγενείς ακόμη γνωρίζονταν ούτε αν ζούσαν ή συγχωρέθηκαν, όπως τονίζει ο π. Παΐσιος.
 
 
 
== Γεγονότα ==
 
 
 
Χρήματα για τις ιάσεις ποτέ δεν έπαιρνε! Ούτε τα έπιανε στα χέρια του, όταν έδιναν στο Ναό για τους έχοντες ανάγκη. Συνήθιζε να λέει: «η πίστη μας δεν πουλιέται»!!!
 
 
 
'''1).''' Πήγαν κάποτε από τις Τσαχιρούδες μία Τουρκάλα νεόνυμφη δαιμονισμένη, με αλυσίδες δεμένη, στον Χατζεφεντή, για να την διαβάσει. Ο Όσιος τους δέχτηκε, παρ’ ότι εκείνη την ημέρα ήταν έγκλειστος – το έκανε αυτό δυο μέρες την βδομάδα - και έκανε νόημα να την λύσουν. Όταν λύθηκε, όρμησε στον γέροντα, του άρπαξε το ένα πόδι και το δάγκωνε!
 
 
 
Ενώ κρατούσε το Ευαγγέλιο, δεν το άνοιξε, παρά την κτύπησε απαλά στο κεφάλι της τρεις φορές και το δαιμόνιο έφυγε αμέσως! Η γυναίκα άρχισε να κλαίει και να φιλάει το δαγκωμένο πόδι. Ο πατέρας της έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να δεχτεί όλο το κασέ του (το πουγκί με τα χρήματά του). Πάρτα όλα, είναι δικά σου, γιατί έσωσες το παιδί μου. Και ο Ορθόδοξος ιερέας του είπε: «κράτησε τα λεφτά σου. Η πίστη μας δεν πουλιέται»!
 
  
'''2).''' Μια φορά του πήγε ένας Τούρκος δύο ζώα μπαχτσίς (δώρο), γιατί απέκτησε η στείρα γυναίκα του δύο παιδιά με το ευλογημένο φυλακτό που της έστειλε ο Χατζεφεντής. Τότε ο γέροντας του έκανε αυστηρή παρατήρηση με τα εξής λόγια: «στο χωριό σου φτωχούς δεν είχες; Τι μου τα κουβάλησες εδώ; Για να σου πω το αφερίμ (μπράβο); Εγώ μπαχτσίσια δεν μαζεύω»!!!
+
* Κάποτε εμφάνισαν ενώπιόν του Τουρκάλα δαιμονισμένη, δεμένη με αλυσίδες, για να την διαβάσει. Ο Όσιος τους δέχτηκε, παρ’ ότι εκείνη την ημέρα ήταν έγκλειστος. Έκανε νόημα να την λύσουν και όταν λύθηκε, όρμησε στον γέροντα, του άρπαξε το ένα πόδι και το δάγκωσε. Ενώ κρατούσε το Ευαγγέλιο, δεν το άνοιξε, παρά την κτύπησε απαλά στο κεφάλι της τρεις φορές και το δαιμόνιο έφυγε αμέσως. Η γυναίκα άρχισε να κλαίει και να φιλάει το δαγκωμένο πόδι. Ο πατέρας της έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να δεχτεί όλο το κασέ του (το πουγκί με τα χρήματά του). Πάρτα όλα, είναι δικά σου, γιατί έσωσες το παιδί μου. Και ο Ορθόδοξος ιερέας του είπε: «''κράτησε τα λεφτά σου. Η πίστη μας δεν πουλιέται''».
  
'''3).''' Στην Εκκλησία ήταν μια καμάρα, στην οποία άφηναν μερικοί προαιρετικά χρήματα για τους φτωχούς. Οι φτωχοί πήγαιναν μόνοι τους και έπαιρναν όσα είχαν ανάγκη. Περισσότερα φοβόντουσαν να πάρουν, για να μην τους… τιμωρήσει ο Θεός!!! Ο γέροντας τα χρήματα δεν τα έπιανε ποτέ στα ίδια του τα χέρια, όχι μόνο για να μην αρχίσει το πάθος της φιλαργυρίας να τον κυβερνάει - φαινόμενο σύνηθες σε μερίδα κληρικών - αλλά κυρίως για να μη περνάει ούτε από το μυαλό των Χριστιανών ούτε των Τούρκων, ότι έχει την ιεροσύνη για επάγγελμα!!!
+
* Μια φορά του πήγε ένας Τούρκος δύο ζώα μπαχτσίς (δώρο), γιατί απέκτησε η στείρα γυναίκα του δύο παιδιά με το ευλογημένο φυλακτό που της έστειλε ο Χατζεφεντής. Τότε ο γέροντας του έκανε αυστηρή παρατήρηση με τα εξής λόγια: «''στο χωριό σου φτωχούς δεν είχες; Τι μου τα κουβάλησες εδώ; Για να σου πω το αφερίμ (μπράβο); Εγώ μπαχτσίσια δεν μαζεύω''».
  
'''4).''' Τα πρόσφορα της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν τα έπαιρνε στο σπίτι ή τα έδινε στους πιο κοντινούς του φίλους, αλλά τα έστελνε κρυφά την νύχτα σε δυστυχισμένες οικογένειες με τον ψάλτη (Πρόδρομο).
+
* Στην Εκκλησία ήταν μια καμάρα, στην οποία άφηναν μερικοί προαιρετικά χρήματα για τους φτωχούς. Οι φτωχοί πήγαιναν μόνοι τους και έπαιρναν όσα είχαν ανάγκη. Περισσότερα φοβόντουσαν να πάρουν, για να μην τους τιμωρήσει ο Θεός. Ο γέροντας τα χρήματα δεν τα έπιανε ποτέ στα ίδια του τα χέρια, όχι μόνο για να μην αρχίσει το πάθος της φιλαργυρίας να τον κυβερνάει - φαινόμενο σύνηθες σε μερίδα κληρικών - αλλά κυρίως για να μη περνάει ούτε από το μυαλό των Χριστιανών ούτε των Τούρκων, ότι έχει την ιεροσύνη για επάγγελμα.
  
'''5).''' Σε τεμπέλη όμως ποτέ δεν έδινε! Μια φορά πήγε ένας τεμπέλης και μέθυσος και του ζήτησε πρόσφορα. Ο γέροντας ήταν στο κελί του και του δίνει ένα πίτουρο κριθαρένιο. Και του λέει: «Εγώ απ’ αυτά τρώγω». Ο τεμπέλης δεν το δέχτηκε, αλλά επέμενε για να το πρόσφορο. Τότε ο Όσιος του είπε: «Δεν ντρέπεσαι, σαράντα πέντε ετών παλικάρι κατάγερο, να κάθεσαι όλη μέρα και να σκέφτεσαι διαβολιές και να μεθάς και να ζητιανεύεις;»
+
* Τα πρόσφορα της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν τα έπαιρνε στο σπίτι ή τα έδινε στους πιο κοντινούς του φίλους, αλλά τα έστελνε κρυφά την νύχτα σε δυστυχισμένες οικογένειες με τον ψάλτη (Πρόδρομο).
  
Είπε μετά στον Πρόδρομο: «Πήγαινε στην Εκκλησία και πήγαινε στο ποτάμι, και αν έλθει εκεί ο… τεμπέλης, τότε να του τα δώσεις. Είπε και στον τεμπέλη να βάλει εμπρός την σκουριασμένη… μηχανή του. Πήγαινε στο ποτάμι να τα πάρεις και να πιάσεις και ψάρια που έχει άφθονα και να φας. Ο τεμπέλης όχι μόνο δεν πήγε στο ποτάμι, αλλά τον…κατηγορούσε στο χωριό ότι είναι… τσιγκούνης! Ο γέροντας ήταν γεμάτος χαρά που τον κατηγορούσαν άδικα…
+
=== Εκκλησιολογικά ===
  
== Εκκλησιολογικά ==
+
* Τον π. Αρσένιο, ο Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου τον είχε σε ευλάβεια. Πολλές φορές του ζητούσε να προσευχηθεί γι' αυτόν. Τότε ο Χατζεφεντής έπαιρνε τον Πρόδρομο και έκαναν, όπως για κάθε περίσταση, ολονυκτίες στην [[Παναγία]] ή τον [[Ιωάννης ο Χρυσόστομος|Άγιο Χρυσόστομο]].
  
'''1).''' Τον π. Αρσένιο, ο Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου τον είχε σε ευλάβεια. Πολλές φορές του ζητούσε να προσευχηθεί γι' αυτόν. Τότε ο Χατζεφεντής έπαιρνε τον Πρόδρομο και έκαναν, όπως για κάθε περίσταση, ολονυκτίες στην Παναγία ή τον Άγιο Χρυσόστομο.
+
* Μια φορά στην μνήμη του [[Άγιος Χαράλαμπος|Αγίου Χαραλάμπους]], έλεγε ο Πρόδρομος, πήγαμε στην Παναγιά (στο Κάντσι) να κάνουμε ολονυκτία. Όταν φτάσαμε στους Αίνους, βγήκε και ο ''Χατζεφεντής'' από το Ιερό, να ψάλλουμε μαζί. Ενώ ψάλαμε στο ίδιο αναλόγιο, βλέπω ξαφνικά έναν ασπρομάλλη Γέρο στο απέναντι αναλόγιο, ο οποίος ήταν σκυφτός και ακουμπούσε με την πατερίτσα του, κι άρχισα να τρέμω από ευλάβεια. Ο Χατζεφεντής όταν με είδε, με ρώτησε «''μήπως κρυώνεις'';» Εγώ του είπα όχι και του έδειξα τον γέρο. Ο Χατζεφεντής δεν ταράχτηκε καθόλου και του μίλησε Τουρκικά «''Ελάτε να ψάλλουμε μαζί''». Ο Γέρος έκανε νόημα να συνεχίσουμε μόνοι μας και όταν έφυγε, χάθηκε στη μικρή λίμνη του Αγιασμού. Ο Χατζεφεντής είπε πως ήταν ο ''Άγιος Χαράλαμπος''.
  
'''2).''' Μια φορά στην μνήμη του Αγίου Χαραλάμπους, έλεγε ο Πρόδρομος, πήγαμε στην Παναγιά (στο Κάντσι) να κάνουμε ολονυκτία. Όταν φτάσαμε στους Αίνους, βγήκε και ο Χατζεφεντής από το Ιερό, να ψάλλουμε μαζί. Ενώ ψάλαμε στο ίδιο αναλόγιο, βλέπω ξαφνικά έναν ασπρομάλλη Γέρο στο απέναντι αναλόγιο, ο οποίος ήταν σκυφτός και ακουμπούσε με την πατερίτσα του, κι άρχισα να τρέμω από ευλάβεια.
+
* Οι Φαρασιώτες δύσκολα καταλάβαιναν γιατί ο π. Αρσένιος στις ονοματοδοσίες, δεν άκουγε κανέναν και έδινε ότι όνομα ήθελε αυτός. Έδινε ή καλογερικό ή Εβραϊκό! Δεν άφηνε τον ανάδοχο να δώσει όνομα μεγάλου Αγίου, που γιόρταζε ιδιαίτερα. Ο π. Παΐσιος, που ήταν παθών, το εξηγεί λέγοντας «''Ο Πατήρ το έκανε αυτό με σκοπό να κόψει τα πολλά γλέντια, που γίνονταν στις ονομασίες, και στα επεισόδια. Γι' αυτό προτιμούσε ονόματα που δεν γιορτάζουν, όπως Αβραάμ, Ισαάκ, Αβέρκιο, Ιορδάνη. Μ’ αυτόν τον τρόπο κόπηκαν τα γλέντια στις ονομασίες, που είχαν αποτέλεσμα την μέθη με επεισόδια σοβαρά, λόγω του ότι οπλοφορούσαν όλοι. Έτσι αναγκάζονταν να συγκεντρώνονται στο σπίτι τους μετά την Θεία Λειτουργία. Ξεκουράζονταν λίγο, και οι μεγαλύτεροι πήγαιναν στο σπίτι του π. Αρσενίου που διηγιόταν τον βίο του αγίου της ημέρας''»
  
Ο Χατζεφεντής όταν με είδε, με ρώτησε: «μήπως κρυώνεις»; Εγώ του είπα όχι και του έδειξα τον γέρο. Ο Χατζεφεντής δεν ταράχτηκε καθόλου και του μίλησε Τουρκικά: «Ελάτε να ψάλλουμε μαζί». Ο Γέρος έκανε νόημα να συνεχίσουμε μόνοι μας και όταν έφυγε, χάθηκε στη μικρή λίμνη του Αγιασμού! Ο Χατζεφεντής είπε πως ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος!!!
+
* Ο Άγιος Αρσένιος όταν βάπτιζε τον π. Παΐσιο, μικρό στα Φάρασα, απαίτησε από τους γονείς του να δοθεί το δικό του όνομα Αρσένιος και όχι το όνομα Χρήστος του παππού του. Είπε χαρακτηριστικά, με προφητικό νόημα «''Εσείς καλά θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;''»
 
 
'''3).''' Οι Φαρασιώτες δύσκολα καταλάβαιναν γιατί ο π. Αρσένιος στις ονοματοδοσίες, δεν άκουγε κανέναν και έδινε ότι όνομα ήθελε αυτός!!! Έδινε ή καλογερικό ή Εβραϊκό! Δεν άφηνε τον ανάδοχο να δώσει όνομα μεγάλου Αγίου, που γιόρταζε ιδιαίτερα! Ο π. Παΐσιος, που ήταν παθών, το εξηγεί λέγοντας: «Ο Πατήρ το έκανε αυτό με σκοπό να κόψει τα πολλά γλέντια, που γίνονταν στις ονομασίες, και στα επεισόδια… Γι' αυτό προτιμούσε ονόματα που δεν γιορτάζουν, όπως Αβραάμ, Ισαάκ, Αβέρκιο, Ιορδάνη, κλπ.
 
 
 
Μ’ αυτόν τον τρόπο κόπηκαν τα γλέντια στις ονομασίες, που είχαν αποτέλεσμα την μέθη με επεισόδια σοβαρά, λόγω του ότι οπλοφορούσαν όλοι. Έτσι αναγκάζονταν να συγκεντρώνονται στο σπίτι τους μετά την Θεία Λειτουργία. Ξεκουράζονταν λίγο, και οι μεγαλύτεροι πήγαιναν στο σπίτι του π. Αρσενίου που διηγιόταν τον βίο του αγίου της ημέρας…»
 
 
 
'''4).''' Ο Άγιος Αρσένιος όταν βάπτιζε τον π. Παΐσιο, μικρό στα Φάρασα, απαίτησε από τους γονείς του να δοθεί το δικό του όνομα Αρσένιος και όχι το όνομα Χρήστος του παππού του. Είπε χαρακτηριστικά, με προφητικό νόημα: «Εσείς καλά θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;»
 
  
 
== Βιβλιογραφία ==
 
== Βιβλιογραφία ==
Γραμμή 131: Γραμμή 84:
  
 
[[Κατηγορία:Άγιοι|Αρσένιος ο Καππαδόκης]]
 
[[Κατηγορία:Άγιοι|Αρσένιος ο Καππαδόκης]]
 +
[[Κατηγορία:20ος αιώνας|Α]]
 +
 +
[[fr:Arsène de Cappadoce]]
 +
[[en:Arsenios the Cappadocian]]
 +
[[pt:Arsênios da Capadócia]]
 +
[[ro:Arsenie Capadocianul]]

Τελευταία αναθεώρηση της 01:09, 8 Νοεμβρίου 2022

Αρσένιος ο Καππαδόκης
Saint Arsenios.jpg
Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης
Γέννηση 1840, Φάρασα Καππαδοκίας
Κοίμηση 10 Νοεμβρίου 1924, Κέρκυρα
Εορτασμός 10 Νοεμβρίου
Σημαντικές ημερομηνίες
Τίτλος Πρεσβύτερος, Μοναχός, Άγιος


Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης αποτελεί μια από τις πλέον σύγχρονες φωτισμένες μορφές της εκκλησίας. Ο βίος του δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός, μέχρι τη δημοσίευσή του από μια άλλη σύγχρονη χαρισματική μορφή, τον Γέροντα Παΐσιο. Ο Άγιος Αρσένιος έζησε στα δύσκολα χρόνια μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους στην Καππαδοκία. Είχε ιδιαίτερη μόρφωση για την εποχή, με αποτέλεσμα να τη χρησιμοποιήσει για να διδάξει τα ελληνικά και εκκλησιαστικά γράμματα, σε μια εποχή που η Τουρκική αυλή εξεδίωκε απηνώς το ελληνικό στοιχείο. Χαρακτηριστική ήταν η συμβολή του στην μικρασιατική καταστροφή, οπού ως πνευματικός οδηγός οδήγησε τους ξεριζωμένους Έλληνες κατά την ανταλλαγή πληθυσμών, στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Ο βίος του

Ο Όσιος Αρσένιος Χατζεφεντής, γεννήθηκε γύρω στα 1840 στο χωριό Φάρασα ή Βαρασιό της Καππαδοκίας, στην περιοχή της Νοτιοανατολικής σημερινής Τουρκίας. Το χωριό αυτό, με μοναδικό λαϊκό πολιτισμό έως την ανταλλαγή πληθυσμών, ήταν το Κεφαλοχώρι μιας ομάδας έξι χωριών της επαρχίας Φαράσων και είχε τετρακόσιες οικογένειες Ορθοδόξων. Ήταν μεταλλουργική κωμόπολη, στην άγρια περιοχή των βουνών του Αντίταυρου. Οι γονείς του ήταν φτωχοί ευσεβείς χωρικοί, κατά τον μακαριστό Αγιορείτη π. Παΐσιο, που ήταν πνευματικό του παιδί. Ο δάσκαλος πατέρας του, ονομαζόταν Ελευθέριος και μετά το προσκύνημα στους άγιους Τόπους, Χατζηλευτέρης. Το επώνυμό του ήταν Αννητσαλήχος και το παρατσούκλι του, Αρτζίδης. Η μητέρα του λεγόταν Βαρβάρα, το γένος Φράγκου ή Φραγκόπουλου, με το παρατσούκλι Τσαπάρη. Είχαν αποκτήσει δυο παιδιά, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (π. Αρσένιο), που σε μικρή ηλικία έμειναν ορφανά, πρώτα απ’ τον πατέρα τους και λίγο αργότερα κι απ’ την μητέρα τους, με αποτέλεσμα να αναλάβει την ανατροφή τους και την προστασία τους η αδελφή της μητέρας τους.

Ο Θεόδωρος από μικρή ηλικία είχε κλίση προς τον μοναχισμό και είχε πάρει την απόφαση να γίνει μοναχός, ύστερα από τη σημαδιακή σωτηρία του από βέβαιο πνιγμό στον χείμαρρο Εβκάση. Τον Θεόδωρο έστειλε η θεία του στην πόλη Νίγδη για να μορφωθεί. Εκεί τον προστάτευε η αδελφή του πατέρα του, που εργαζόταν ως δασκάλα. Όταν τέλειωσε, η δασκάλα-θεία του φρόντισε με συγγενείς τους στη Σμύρνη, να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Κάθε φορά που πήγαινε στα Φάρασα, μάζευε τα μικρά παιδιά να τα μάθει κάποια γράμματα, αφού δάσκαλος σπάνια βρισκόταν να διδάξει τα παιδιά της περιοχής. Τελικά μετέβη στη Σμύρνη, όπου έμαθε καλά και τα Ελληνικά γράμματα και τα εκκλησιαστικά, αλλά και τα Αρμενικά και Τουρκικά, καθώς και λίγα Γαλλικά. Το 1866, έζησε στο κοινόβιο, της Ιεράς Μονής Φλαβιανών (Ζιντζί-Ντερέ) του Τιμίου Προδρόμου. Εκεί σύντομα εκάρη μοναχός, με το όνομα Αρσένιος. Την ίδια εποχή όμως ενεφανίσθη έλλειψη δασκάλων στην περιοχή και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β΄ τον χειροτόνησε διάκονο και τον έστειλε στα Φάρασα, για να διδάξει. Τα έξι ελληνικά μικρά χωριά οι Τούρκοι επεδίωκαν να τα αφήσουν χωρίς δάσκαλο, ώστε να μη μετέχουν και εκκλησιαστικών γραμμάτων, γι' αυτό ο π. Αρσένιος, επειδή δεν βρισκόταν άλλος δάσκαλος δέχτηκε.

Στο σχολείο που εστάλη, δεν είχε θρανία, αλλά δέρματα από κατσίκες κι έτσι οι Τούρκοι νόμιζαν ότι μάθαινε τα παιδιά να προσεύχονται, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα πήγαινε στο ξωκλήσι της Παναγιάς στη θέση Κάντσι, μέσα σε μια σπηλιά. Όταν έγινε τριάντα χρονών, το 1870, χειροτονήθηκε στην Καισαρεία πρεσβύτερος, με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτη. Εν συνεχεία μετέβη στα Ιεροσόλυμα για προσκύνημα και έκτοτε οι Φαρασιώτες τον αποκαλούσαν Χατζεφεντή.

Ζούσε ταπεινά και ήταν ολιγαρκής. Κοιμόταν καταγής και ελάχιστες ώρες την ημέρα. Δύο φορές την βδομάδα ήταν έγκλειστος στο κελί του για εσωτερική νήψη, μελέτη βιβλικών και πατερικών κειμένων, βίους αγίων και προσευχή ιδιαίτερη. Οι δύο αυτές ημέρες αγίαζαν και καρποφορούσαν τις άλλες πέντε ημέρες της εβδομάδας, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Το κατάλυμά του, όπου δεχόταν τους πνευματικούς και φυσικούς ασθενείς του, ήταν φτωχικό και δίπλα είχε ένα μικρό ατομικό κελί χωμάτινο πάτωμα. Στο ανατολικό μέρος είχε ένα ράφι και πάνω εικονοστάσι αρκετές εικόνες, όπου έκαιγε ακοίμητο κανδήλι και κάτω απ’ αυτό ήταν πάντα ένα χαλάκι, όπου γονατιστός προσευχόταν. Το τυπικό του ήταν να μένει έγκλειστος Τετάρτη και Παρασκευή με απόλυτη άσκηση. Αν κάποιος άρρωστος τύχαινε να τον επισκεφτεί, τον δεχόταν, αλλά με απόλυτη σιωπή. Γι' αυτό, αυτές τις δυο μέρες δεν τραβούσε πάνω του τις Ουράνιες δυνάμεις και χαρίσματα, αλλά τραβούσαν αυτόν πάνω στους ουρανούς οι αγγελικές δυνάμεις, όπως γράφει ο π. Παΐσιος.

Ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή (1922) ο π. Αρσένιος παρέμενε στα Φάρασα ως τις 14 Αυγούστου του 1924. Τότε τον ανάγκασαν οι Τούρκοι να ακολουθήσει το ποίμνιό του κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία έφτασε με καράβι στον Άγιο Γεώργιο Πειραιά και γιόρτασε μαζί με τους υπολοίπους συμπατριώτες του την μεγάλη μέρα του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου 1924), με το παλαιό ημερολόγιο που είχαν στον τόπο τους. Από τον Πειραιά μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα, όπου διέμεινε για δύο βδομάδες στο Κάστρο της Κέρκυρας και λειτούργησε δύο φορές, στον Ι. Ναό του Αγίου Γεωργίου και μία εβδομάδα στο Νοσοκομείο. Λόγω όμως της ηλικίας και των κακουχιών, που υπέστη ο γέροντας, όπως είχε προβλέψει και προειδοποιήσει το ποίμνιό του, εκοιμήθη στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Ο γέροντας εκοιμήθη πένητας, με μόνη περιουσία, μερικά βιβλία. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός αυτό, πικρία και λύπη επικράτησε ανάμεσα στους φαρασιώτες, παρ’ ότι τους είχε προετοιμάσει.Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήρι της Κέρκυρας

Η εκταφή του και η αγιότητά του

Το 1945 βρέθηκε ο τάφος του Αγίου από τα αδέλφια του Γέροντα Παϊσίου. Έτσι τον Οκτώβριο του 1958 πήγε στην Κέρκυρα αποφασισμένος να κάνει ανακομιδή των λειψάνων του. Τελικά προέβη σε ανακομιδή και το 1970 τα μετέφερε και τα τοποθέτησε κάτω απ’ την Αγία Τράπεζα του καθολικού, στο Ι. Ησυχαστήριο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σε συνεννόηση με τον φίλο του, κτήτορα και γέροντα του Ησυχαστηρίου, π. Πολύκαρπο. Ο π. Αρσένιος παρουσιάστηκε σε ενοράσεις και ενύπνια σε πολλές μοναχές και ο π. Πολύκαρπος ενημέρωσε τον π. Παΐσιο, που ήταν πια Αγιορείτης.

Το 1979 εξέδωσε, το Γυναικείο Ι. Ησυχαστήριο της Σουρωτής, το βίο του Αγίου Αρσενίου, με στοιχεία, που είχαν περισυλλεγεί και συγγραφεί από τον π. Παΐσιο. Οι προσπάθειές του στο εξής ήταν δώσει όλα τα στοιχεία στο σεπτό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για την αναγνώριση της αγιότητας του π. Αρσενίου. Να σημειωθεί πως στον π. Παΐσιο ο ανάδοχός του είχε παρουσιασθεί στις 21-2-1971, Ψυχοσάββατο.

Το 1986 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε και επίσημα την αγιότητα του Π. Αρσενίου του Θαυματουργού και όρισε να εορτάζεται η μνήμη του στις 10 Νοεμβρίου, ημέρα της κοίμησής του.

Απολυτίκιον (ήχος γ΄)

«Βίον ένθεον,

καλώς ανύσας,

σκεύος τίμιον

του Παρακλήτου,

ανεδείχθης θεοφόρε Αρσένιε,

και των θαυμάτων την χάριν δεξάμενος,

πάσι παρέχεις ταχείαν βοήθειαν,

πάτερ Όσιε,

Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,

δωρήσασθαι, ημίν το μέγα έλεος».

Γεγονότα

  • Κάποτε εμφάνισαν ενώπιόν του Τουρκάλα δαιμονισμένη, δεμένη με αλυσίδες, για να την διαβάσει. Ο Όσιος τους δέχτηκε, παρ’ ότι εκείνη την ημέρα ήταν έγκλειστος. Έκανε νόημα να την λύσουν και όταν λύθηκε, όρμησε στον γέροντα, του άρπαξε το ένα πόδι και το δάγκωσε. Ενώ κρατούσε το Ευαγγέλιο, δεν το άνοιξε, παρά την κτύπησε απαλά στο κεφάλι της τρεις φορές και το δαιμόνιο έφυγε αμέσως. Η γυναίκα άρχισε να κλαίει και να φιλάει το δαγκωμένο πόδι. Ο πατέρας της έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να δεχτεί όλο το κασέ του (το πουγκί με τα χρήματά του). Πάρτα όλα, είναι δικά σου, γιατί έσωσες το παιδί μου. Και ο Ορθόδοξος ιερέας του είπε: «κράτησε τα λεφτά σου. Η πίστη μας δεν πουλιέται».
  • Μια φορά του πήγε ένας Τούρκος δύο ζώα μπαχτσίς (δώρο), γιατί απέκτησε η στείρα γυναίκα του δύο παιδιά με το ευλογημένο φυλακτό που της έστειλε ο Χατζεφεντής. Τότε ο γέροντας του έκανε αυστηρή παρατήρηση με τα εξής λόγια: «στο χωριό σου φτωχούς δεν είχες; Τι μου τα κουβάλησες εδώ; Για να σου πω το αφερίμ (μπράβο); Εγώ μπαχτσίσια δεν μαζεύω».
  • Στην Εκκλησία ήταν μια καμάρα, στην οποία άφηναν μερικοί προαιρετικά χρήματα για τους φτωχούς. Οι φτωχοί πήγαιναν μόνοι τους και έπαιρναν όσα είχαν ανάγκη. Περισσότερα φοβόντουσαν να πάρουν, για να μην τους τιμωρήσει ο Θεός. Ο γέροντας τα χρήματα δεν τα έπιανε ποτέ στα ίδια του τα χέρια, όχι μόνο για να μην αρχίσει το πάθος της φιλαργυρίας να τον κυβερνάει - φαινόμενο σύνηθες σε μερίδα κληρικών - αλλά κυρίως για να μη περνάει ούτε από το μυαλό των Χριστιανών ούτε των Τούρκων, ότι έχει την ιεροσύνη για επάγγελμα.
  • Τα πρόσφορα της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν τα έπαιρνε στο σπίτι ή τα έδινε στους πιο κοντινούς του φίλους, αλλά τα έστελνε κρυφά την νύχτα σε δυστυχισμένες οικογένειες με τον ψάλτη (Πρόδρομο).

Εκκλησιολογικά

  • Τον π. Αρσένιο, ο Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου τον είχε σε ευλάβεια. Πολλές φορές του ζητούσε να προσευχηθεί γι' αυτόν. Τότε ο Χατζεφεντής έπαιρνε τον Πρόδρομο και έκαναν, όπως για κάθε περίσταση, ολονυκτίες στην Παναγία ή τον Άγιο Χρυσόστομο.
  • Μια φορά στην μνήμη του Αγίου Χαραλάμπους, έλεγε ο Πρόδρομος, πήγαμε στην Παναγιά (στο Κάντσι) να κάνουμε ολονυκτία. Όταν φτάσαμε στους Αίνους, βγήκε και ο Χατζεφεντής από το Ιερό, να ψάλλουμε μαζί. Ενώ ψάλαμε στο ίδιο αναλόγιο, βλέπω ξαφνικά έναν ασπρομάλλη Γέρο στο απέναντι αναλόγιο, ο οποίος ήταν σκυφτός και ακουμπούσε με την πατερίτσα του, κι άρχισα να τρέμω από ευλάβεια. Ο Χατζεφεντής όταν με είδε, με ρώτησε «μήπως κρυώνεις;» Εγώ του είπα όχι και του έδειξα τον γέρο. Ο Χατζεφεντής δεν ταράχτηκε καθόλου και του μίλησε Τουρκικά «Ελάτε να ψάλλουμε μαζί». Ο Γέρος έκανε νόημα να συνεχίσουμε μόνοι μας και όταν έφυγε, χάθηκε στη μικρή λίμνη του Αγιασμού. Ο Χατζεφεντής είπε πως ήταν ο Άγιος Χαράλαμπος.
  • Οι Φαρασιώτες δύσκολα καταλάβαιναν γιατί ο π. Αρσένιος στις ονοματοδοσίες, δεν άκουγε κανέναν και έδινε ότι όνομα ήθελε αυτός. Έδινε ή καλογερικό ή Εβραϊκό! Δεν άφηνε τον ανάδοχο να δώσει όνομα μεγάλου Αγίου, που γιόρταζε ιδιαίτερα. Ο π. Παΐσιος, που ήταν παθών, το εξηγεί λέγοντας «Ο Πατήρ το έκανε αυτό με σκοπό να κόψει τα πολλά γλέντια, που γίνονταν στις ονομασίες, και στα επεισόδια. Γι' αυτό προτιμούσε ονόματα που δεν γιορτάζουν, όπως Αβραάμ, Ισαάκ, Αβέρκιο, Ιορδάνη. Μ’ αυτόν τον τρόπο κόπηκαν τα γλέντια στις ονομασίες, που είχαν αποτέλεσμα την μέθη με επεισόδια σοβαρά, λόγω του ότι οπλοφορούσαν όλοι. Έτσι αναγκάζονταν να συγκεντρώνονται στο σπίτι τους μετά την Θεία Λειτουργία. Ξεκουράζονταν λίγο, και οι μεγαλύτεροι πήγαιναν στο σπίτι του π. Αρσενίου που διηγιόταν τον βίο του αγίου της ημέρας»
  • Ο Άγιος Αρσένιος όταν βάπτιζε τον π. Παΐσιο, μικρό στα Φάρασα, απαίτησε από τους γονείς του να δοθεί το δικό του όνομα Αρσένιος και όχι το όνομα Χρήστος του παππού του. Είπε χαρακτηριστικά, με προφητικό νόημα «Εσείς καλά θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του παππού, εγώ δεν θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;»

Βιβλιογραφία

  • Γέροντος Παΐσιου (Εζνεπίδη), «Ο Πατήρ Αρσένιος ο Καππαδόκης», εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ», Σουρωτή, 1979.
  • Βασιλείου Σκιαδά, «Σύγχρονες Οσιακές Μορφές», σελ. 30-36, ΑΘΗΝΑ 1996.
  • «Ο Γέροντας Παϊσιος», Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση, εκδ. Ε΄, Κόνιτσα 1999.
  • «Περιοδικό Πεμπτουσία», τευχ. 1, Δεκέμβριος 1999.
  • Ευαγγέλου Π. Λέκκου, «Δώδεκα Άγιοι των καιρών μας», εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1994.