Φιλοσοφία

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Φιλοσοφία αναφερόμαστε στην "αγάπη και...επιδίωξη της σοφίας" στην "έφεση για γνώση και μόρφωση" και κατά μία άλλη έννοια, στην "αναζήτηση της φύσης των πραγμάτων" και στην "προσπάθεια για ανακάλυψη της φύσης και της αλήθειας των όντων και των φαινομένων"[1]. Ο Πλάτωνας (427—347) ονόμαζε φιλοσοφία "της επιστήμης την κτήσιν, φιλόσοφον δε τον της σοφίας επιθυμητή"[2].

Η λέξη Φιλοσοφία "είχε στην αρχή το πολύ γενικό νόημα της επιδίωξης της πνευματικής τελειότητας"[3] και μάλλον αναφέρεται "για πρώτη φορά στον Πυθαγόρα"[4] τον 6ο αι. π.Χ. Το επεισόδιο διηγείται ο Διογένης Λαέρτιος:

"Όταν ρωτήθηκε από τον Λέοντα, τον τύραννο των Φλιασίων, ποιος είναι, του απάντησε «φιλόσοφος»...έλεγε πως...στη ζωή άλλοι γεννιούνται δουλοπρεπείς κι άλλοι κυνηγοί της δόξας και της πλεονεξίας, ενώ οι φιλόσοφοι αναζητούν την αλήθεια"'[5].

Η σύγχρονη ιστοριογραφία της φιλοσοφίας ακολουθεί τη διαίρεση που αναγνωρίζει τρεις ή τέσσερις περιόδους[6]:

  • την Προσωκρατική φιλοσοφία που τελειώνει με τον διαφωτισμό του 5ου αιώνα.
  • την Αττική φιλοσοφία (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης).
  • την μετα-Αριστοτελική φιλοσοφία που μπορεί να υποδιαιρεθεί:
  • στην Ελληνιστική φιλοσοφία (Στοά, Επίκουρος, Σκεπτικοί) και
  • τη φιλοσοφία της Αυτοκρατορικής περιόδου (μέσος πλατωνισμός και νεοπλατωνισμός).

Ο σκοπός της φιλοσοφίας ήταν και είναι πολυεπίπεδος αφού πολλές και διαφορετικές ήταν οι μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε ότι η φιλοσοφία (σοφία) είναι η ανώτερη, αρχιτεκτονική μορφή της γνώσης (επιστήμη). Η γνώση προκύπτει από την αναζήτηση των αιτιών. Αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι οι ανώτερες αρχές ή αιτίες που μπορεί να είναι οι έσχατες αρχές του σύμπαντος ή τα θεμέλια της γνώσης ή ο απώτερος σκοπός των ανθρώπινων πράξεων. Ως μεθοδική αναζήτηση των θεμελίων της γνώσης και ως έλεγχος των γενικά αποδεκτών αντιλήψεων η φιλοσοφία προσπαθεί να διαφωτίζει ασκώντας κριτική στην ηθική και τη θρησκεία ενώ ως αναζήτηση των αιτιών των φυσικών φαινομένων η φιλοσοφία αποτελεί την αρχή των φυσικών επιστημών[7].

Ιστορία

Αρχαιότητα

Η γένεση της φιλοσοφικής σκέψης, ως θετικό πνεύμα, συνέβη στις αποικίες της Ιωνίας τον 6ο π.Χ. αιώνα από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους. Εκεί, οι Ίωνες αντικατέστησαν τους μύθους που είχε πλάσει η φαντασία των λαών της Ανατολής με την αντίληψη της αιώνιας ουσίας, που για τον Θαλή τον Μιλήσιο[8] ήταν το υγρό στοιχείο, για τον Αναξιμένη[9] ο αέρας, κατά τον Ηράκλειτο[10] η φωτιά και, κατά τον Αναξίμανδρο[11] το άπειρο.

Αρχίζει σταδιακά να διαφαίνεται η έννοια των φυσικών νόμων. Ο Ηράκλειτος, που διακήρυσσε ότι «τα πάντα ρει», αναγνώριζε μια κρυφή αρμονία σε όλες αυτές τις αντιθέσεις, έλλογη και θεία, έναν «μοναδικό θείο νόμο» ο οποίος είναι προσπελάσιμος με τον ορθό λόγο. Οι φιλόσοφοι της Ελεατικής Σχολής[12], με ιδρυτή τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο[13] υποστήριξαν ότι το πραγματικό ον είναι ένα, αγέννητο και άφθαρτο, ακίνητο και χωρίς οριακές ιδιότητες, δηλαδή αΐδιον. Αυτή η αντίληψη έρχεται σε σύγκρουση με το μυθικό κοσμοείδωλο και καθορίζει την αναγκαιότητα των νόμων της φύσης και το αιώνιο της ουσίας, ιδέες που ο Δημόκριτος[14] τον επόμενο αιώνα, διατυπώνει με την ατομική θεωρία, κατά την οποία όλα τα σώματα είναι προϊόντα της ώθησης και της απώθησης των ατόμων.

Στο άλλο άκρο τού ελληνικού κόσμου, στην Σικελία και την νότια Ιταλία, όπου αυτοεξόριστος είχε καταφύγει ο Πυθαγόρας[15] και στα 530 π.Χ. ίδρυσε τη σχολή του, οι οπαδοί του, οι Πυθαγόρειοι συνεισέφεραν στον παγκόσμιο πολιτισμό την ιδέα να χρησιμοποιηθεί η ανάπτυξη των μαθηματικών στην γνώση της φύσης. Η βασική θεωρία της σχολής συνίστατο στη βεβαίωση ότι η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται στους αριθμούς και στις μαθηματικές σχέσεις, ενώ η διδασκαλία κατά την οποία τα αισθητά υπάρχουν κατ’ απομίμηση ατελή του τέλειου νοητού κόσμου των αριθμών, εισάγει στην ελληνική φιλοσοφία την δυϊστική αντίληψη, που διακρίνει δύο κόσμους, νοητό και αισθητό.

Κατά την περίοδο ανάμεσα στην νικηφόρα έκβαση των Περσικών Πολέμων (449 π.Χ.) και στον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.). η φιλοσοφία εισήχθη στην κυρίως Ελλάδα και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Αθήνα. Είναι η περίοδος κατά την οποία έζησαν οι μεγάλες μορφές του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η συμβολή τών οποίων στην διαμόρφωση της φιλοσοφικής σκέψης στην Δύση υπήρξε καθοριστική. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια ρίξη ανάμεσα στην παράδοση και στο νέο πνεύμα που εκφράζουν οι Σοφιστές, οι οποίοι αμφισβήτησαν την θεία προέλευση των αρχαίων ηθικών κανόνων. Αν και ο όρος Σοφιστής είναι μέχρι σήμερα αρνητικά φορτισμένος από την αντισοφιστική πολεμική, που άσκησαν με πάθος ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας, στην πραγματικότητα το κίνημα των Σοφιστών συνδέεται με το πολιτικό και κοινωνικό κίνημα, που σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και στις αποικίες έφερε στην εξουσία δημοκρατικά καθεστώτα και άνοιξε έναν μεγάλο δρόμο ανανέωσης και ριζοσπαστικής κριτικής όλης της παράδοσης με αποτέλεσμα να παραλληλίζεται με την εποχή του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα.

Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία και Χριστιανισμός

Είναι γνωστό ότι ο Χριστιανισμός, από την εμφάνισή του έπρεπε να κινηθεί σε ένα τοπίο, ανάμεσα στον Ιουδαϊσμό, τον Γνωστικισμό και την Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία και εκεί να χαράξει τον δικό του δρόμο, να παραδώσει την εμπειρία Χριστού που είχε, διδάσκοντας ότι "ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος...αλλά...πάντα καί εν πάσιν Χριστός"[16] και να μεταδώσει "τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη εις μαρτύριον πάσιν τοις έθνεσι"[17].

Σε αυτή τη διαδρομή, "σε πλείστες όσες περιπτώσεις" βλέπουμε τη "φιλοσοφία από το ένα μέρος [να] αποκαλείται δαιμονική, και από το άλλο επωφελής. Κι αυτό ενίοτε συμβαίνει σ' ένα και το ίδιο έργο και στον αυτό συγγραφέα. Έτσι αρκετοί μελετητές της πατερικής σκέψης, προβληματιζόμενοι στό έπακρο, κάνουν λόγο πότε περί αντιφάσεων και πότε περί εξελικτικών αλλαγών στις ιδέες ενός και του αυτού θεολόγου πατρός!"[18]. Αυτή όμως η φαινομενική αντίφαση, στην πραγματικότητα έχει την εξήγησή της. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το Συνοδικό της Ορθοδοξίας:

"Ανάθεμα σε όσους ασχολούνται με τα ελληνικά μαθήματα και δεν τα χρησιμοποιούν μόνο για τη μόρφωση τους, αλλά και ακολουθούν τις περιττές διδασκαλίες τους και τις δέχονται σαν αληθινές, και μάλιστα ομολογούν πίστη σ' αυτές"[19].

Εδώ η διαφοροποίηση και η τοποθέτηση των ορίων είναι σαφής: διαφορετικό πράγμα η παιδευτική χρήση των ελληνικών γραμμάτων και διαφορετικό η αποδοχή της ειδωλολατρικής θεολογίας που αυτά τυχόν περιέχουν. Είναι αποδεκτή η χρήση της φιλοσοφικής ορολογίας με νέο, αποκλειστικά χριστιανικό περιεχόμενο ώστε να μεταδωθεί στο ελληνιστικό περιβάλλον η διδασκαλία, απορρίπτεται όμως πλήρως, η κατανόηση του Θεού με φιλοσοφήματα και διανοητικές ασκήσεις. Αυτό είναι και το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε η Ορθόδοξη Θεολογία διαμέσου των αιώνων.

βλ. περισσότερα στο άρθρο: Χριστιανισμός και Φιλοσοφία.

Υποσημειώσεις

  1. λήμμ. "Φιλοσοφία", Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. Πάπυρος, ΑΘήνα 2005.
  2. Βορέας Θεόφιλος, Εισαγωγή εις την φιλοσοφίαν (Ακαδημεικά 3), 2η έκδ., εν Αθήναις 1972 (c1935), σελ. 23.
  3. λήμμ. "Φιλοσοφία", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 59, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  4. λήμμ. "Φιλοσοφία", εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τόμ. 32, Αθήνα 2004.
  5. Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων Βίοι, H',8 (μτφρ. από το Διογ. Λαέρτιος, Άπαντα, τόμ. 4, βιβλία 8-9, Κάκτος, Αθήνα 1994, σελ. 19).
  6. Στοιχεία από το Nesselrath Heinz-Gunther, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία (τόμ. Α'-Αρχαία Ελλάδα), 2η έκδ., Παπαδήμας, Αθήνα 2003, σελ. 511.
  7. Nesselrath, Εισαγωγή..., ό.π..
  8. Tέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ..
  9. Μίλητος 585/4 – 528/7 π.Χ..
  10. Έφεσος περ. 535 – 475 π.Χ..
  11. Μίλητος 611/10 – 547/6 π.Χ..
  12. O Παρμενίδης (ακμή, περίπου το 504-500 π.Χ.) και ο Ζήνων ο Ελεάτης (5ος αι. π.Χ.).
  13. B’ μισό 6ου αι. π.Χ. – α’ μισό 5ου αι. π.Χ..
  14. Άβδηρα περ. 460 – περ. 370 π.Χ..
  15. Έλληνας φιλόσοφος και μαθηματικός (Σάμος 585 – 565 π.Χ. – ; Μεταπόντιον 500; π.X..
  16. Κολ. 3:11.
  17. Ματθ. 24:14.
  18. Ματσούκας Α. Νίκος, Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 30.
  19. Μτφρ. από το: Hunger Herbert, Βυζαντινή Λογοτεχνία-Η Λόγια Κοσμική Γραμματεία των Βυζαντινών, τόμ. Α', ΜΙΕΤ, Αθήνα 1987, σελ. 94.