Μνήμη νεκρών

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ορθόδοξη Λειτουργική
Θεία Λειτουργία
Θεία Λειτουργία του Χρυσοστόμου
Θεία Λειτουργία του Βασιλείου
Θεία Λειτουργία του Ιακώβου
Προηγιασμένη
Καθημερινές Ακολουθίες
Εσπερινός | Απόδειπνον | Μεσονυκτικό
Όρθρος | Ώρες
Ετήσιες Ακολουθίες
Ακάθιστος Ύμνος | Παράκληση
Μεγάλος Αγιασμός | Αρτοκλασία
Έκτακτες Ακολουθίες
Βάπτισμα | Χρίσμα | Γάμος
Χειροτονία | Ευχέλαιο
Μνημόσυνο | Μικρός Αγιασμός

Μνήμη νεκρών ή μνημόσυνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαλείται το εκκλησιαστικό παρακλητικό τελετουργικό υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων χριστιανών. Η "μνήμη των νεκρών" με βάση τη σχολαστική καταμέτρηση των επτά κλειστών αριθμημένων μυστηρίων δεν περιλαμβάνεται στη λίστα των μυστηρίων. Κάτι τέτοιο όμως δεν απηχεί στην πατερική γραμματολογία, με βάση τις διασωθείσες πηγές μας[1][2]. Χαρακτηριστικός επί του θέματος είναι ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, όπου τη μνήμη των νεκρών στα συγγράμματά του, την αναφέρει ως "μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων"[3].

O μυστηριακός χαρακτήρας των μνημοσύνων

Η μνήμη των νεκρών, αποτελεί μυστήριο το οποίο περιγράφει τον τρόπο δεσμού μεταξύ των μελών (ζώντων και τεθνεώτων) του σώματος της εκκλησίας[4]. Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι πως ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, όχι απλώς χαρακτηρίζει την τελετή μυστήριο, αλλά συνάμα τονίζει πως κατά τη διάρκεια τέλεσής του, οι κατηχούμενοι πρέπει να αποχωρήσουν[5]. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύει το μυστηριακό χαρακτήρα του μνημοσύνου, αφού οι κατηχούμενοι, δηλαδή οι μη μυημένοι, θα πρέπει να αποχωρήσουν, κατ αναλογία με τα υπόλοιπα μυστήρια. Εκτός όμως του Διονυσίου Αρεοπαγίτου και ο Θεόδωρος Στουδίτης (+826), μιλώντας περί μυστηρίων, ανάμεσά τους τοποθετεί και τα μνημόσυνα[6]. Είναι λοιπόν φανερό πως "κατά την εποχή εκείνην (των πατέρων) υπήρχεν αστάθεια περί της εννοίας και του αριθμού των μυστηρίων"[7] και αυτό διότι, δεν υπήρχε κανενός είδους σχολαστική καταμέτρησή τους.

Τα μνημόσυνα ακόμα και στην ορθόδοξη παράδοση πολλές φορές δεν κατατάσσονται στα μυστήρια. Τις περισσότερες φορές εννοούνται σαν απλές τελετές, εξ αιτίας της αρίθμησης των μυστηρίων σε ένα αριθμό κλειστών μυστηριακών τελετών, αποκομμένες και απομονωμένες από το συνολικό σώμα της εκκλησίας. Εννοούνται ουσιαστικά ως κάτι το πρόσθετο, το ανεξάρτητο, το αυτοτελές, το μαγικό[8]. Μέσα όμως από τα συγγράμματα των δογματολόγων πατέρων της εκκλησίας, όπως του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, του Νικολάου Καβάσιλα αλλά και τα λειτουργικά κείμενα της εκκλησίας, τα μυστήρια δεν αποτελούν απλώς μυστηριακές τελετές σε ένα κλειστό αριθμό, αλλά οργανικά μέλη στο χαρισματικό σώμα της εκκλησίας[9]. Η αντίληψη αυτή (αρίθμηση μυστηρίων) είναι μία θεωρία που πέρασε από τη σχολαστική θεολογία κυρίως μετά το 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικό είναι πως μέχρι τον 13ο αιώνα σε κανένα κείμενο πατέρων της εκκλησίας δεν ευρίσκεται καμία απόδειξη περί κλειστού αριθμού, ενώ η πρώτη αναφορά σε επτά κλειστά μυστήρια, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, προέρχεται από τον ενωτικό Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο κατά το 13ο αιώνα, στην ενωτική σύνοδο της Λυών (1274), στην οποία σκοπό είχε να παρευρεθεί και ο πατήρ της σχολαστικής θεολογίας, Θωμάς Ακινάτης[10]. Στο έργο επίσης, του μεγάλου δογματολόγου της εκκλησίας Ιωάννη Δαμασκηνού, "Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως" διαφαίνεται σαφώς πως "καμία αρίθμηση δεν είναι νοητή, παρά μονάχα η περιγραφή της συνοχής του σώματος δια μέσου των μυστηριακών εκφάνσεων"[11].

Θεολογία

Το σώμα της εκκλησίας χαρακτηρίζεται ως σώμα "ζώντων και τεθνεώτων". Η σχέση μάλιστα αυτή είναι ισχυρή στη συνείδηση του πληρώματος της εκκλησίας, γι αυτό και οι δεήσεις προς τα κεκοιμημένα μέλη της εκκλησίας αποτελούν την υπέρτατη εκδήλωση αγάπης και συνάμα την κορύφωση της πίστης και της ελπίδας στους ακατάλυτους δεσμούς των μελών του σώματος, όπου δεν μπορεί να κυριαρχήσει ο θάνατος και η λήθη[12]. Η μνήμη λοιπόν των νεκρών κατά τη Θεία Λειτουργία και τα μνημόσυνα, αποτελεί μυστήριο το οποίο περιγράφει τον τρόπο δεσμού των μελών του σώματος, σε μια αδιάσπαστη ενότητα αισθητού και νοητού. Τα ζωντανά μέλη του σώματος γεύονται, κατανοούν και συνάμα νιώθουν την αγαπητική σχέση μεταξύ τους, υπερνικώντας το θάνατο και τη διάβρωση. Η μνήμη του Θεού τελικά είναι και μνήμη των αδελφών των κεκοιμημένων με την ελπίδα της ανάστασης[13].

Η μνήμη των νεκρών αποτελεί ένα μέλος της λειτουργικής δομής του σώματος της εκκλησίας[14]. Κατά το μυστήριο αυτό ουσιαστικά συντελείται μια δυναμική και αποκορυφωτική πορεία, η κοινωνία των "ζώντων και τεθνεώτων" στο ένα σώμα της σύναξης, κατά βάση στο σώμα του Χριστού[15]. Συντελείται ένας ζωηρός και εκφραστικός διάλογος μεταξύ κλήρου, λαού και κεκοιμημένων. Όπως λοιπόν όλος ο χορός των αγίων, έτσι και οι κεκοιμημένοι μέσω του μυστηρίου "αθανατίζονται" και "αφθαρτίζονται" μαζί με όλη την κτίση, σε ένα δράμα που κυριαρχεί η οδύνη και η χαρά, σε ένα περιβάλλον χαρμολύπης. Ο κεκοιμημένος πλέον οδηγείται στους κόλπους της Τριαδικής ζωοποιητικής θεότητος και αναζητεί το δώρο της αθανασίας. Αλλά αυτή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της μετάνοιας. Γι αυτό και παρατηρούμε μέσω της ιερής ακολουθίας πως ο πιστός βρίσκει αυτή την οδό, την οδό της σωτηρίας, μέσα από τη μετάνοια. Τη μετάνοια μετά θάνατον ο τριαδικός Θεός τη δέχεται, αλλά ο άνθρωπος πλέον δε θέλει να μετανοήσει, σύμφωνα με τον Ιωάννη Δαμασκηνό[16]. Γι αυτό το λόγο η μνήμη των νεκρών είναι σημαντική και απαραίτητη. Ο Θεός δέχεται τις δεήσεις των πιστών και λυτρώνει τον άνθρωπο διότι "η αγάπη του Θεού δεν υπόκειται σε κανένα νόμο, αν η ψυχή τον ζητάει και τον θέλει. Το έλεός του είναι απροσμέτρητο. Αυτό το νόημα έχουν οι ευχές και τα μνημόσυνα"[17].

Η ψυχή πλέον οδηγείται στους κόλπους της ζωαρχικής Τριάδας. Εδώ και πάλι θα πρέπει να αποφεύγονται οι σχολαστικές αντιλήψεις περί κολάσεως και παραδείσων ως τόπων ξεχωριστών. Γι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό πως στην πατερική θεολογία "όλες οι εικονικές παραστάσεις για τον παράδεισο και την κόλαση δεν αναφέρονται διόλου σε μια στατική μέση κατάσταση και σε μία φάση, όπου απονέμονται οι αμοιβές και οι τιμωρίες. Οτιδήποτε λέγεται για το θάνατο, τόπους παραδείσου και κόλασης, ανάσταση νεκρών, κρίση και δοξασμένη ζωή των φίλων και των αγίων του Θεού εντάσσεται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της θείας ζωαρχικής δόξας...Πρόκειται για ανεπίτρεπτο και κωμικό σχολαστικισμό, αντίθετο προς τις πηγές μας, αν επιχειρούσαμε να καθορίσουμε τι ακριβώς ζει μετά θάνατον και τι δεν ζει! Τα πάντα και όλα τα όντα κινούνται και ζουν στους κόλπους της ζωαρχικής Τριάδας"[18]. Τελικώς "όσα γράφονται σε δογματικά εγχειρίδια και άλλες μελέτες για τη μέση κατάσταση των ψυχών, για εσχατολογική αναμονή και άλλα παρόμοια, με τρόπο που θυμίζει ειδωλολατρικό κόσμο και δαντική θεία κωμωδία, δεν αντέχουν σε σοβαρή επιστημονική κριτική βάσει των κειμένων μας, και ούτε δίνουν συμβολικά και εικονικά το περιεχόμενο του μυστηρίου της κοινωνίας "ζώντων και τεθνεώτων""[19].

Η νεκρώσιμη ακολουθία επίσης είναι ένα "εξαίρετο παράδειγμα του τρόπου, με τον οποίο η Ορθόδοξος θεολογία επιδρά στη διαμόρφωση ενός υγιούς πολιτισμού"[20]. Αυτό διότι επιτυγχάνει την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει την έννοια του θανάτου για να βοηθήσει τον άνθρωπο να αναπτύξει βαθύτερη κατανόηση του νοήματος και της προοπτικής της ζωής, διότι βοηθά τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει το φόβο του θανάτου και τις καταστροφικές συνέπειες του φόβου αυτού, που εκφράζονται με την εσωστρέφεια, την εγωκεντρική συσπείρωση και τελικά την καταστροφική δημιουργικότητα, να προσδώσει ελπίδα, να αναγνωρίσει την ύπαρξη των συναισθημάτων θλίψεως που προκύπτουν από το χαμό των προσφιλών προσώπων και να ενθαρρύνει την έκφρασή τους, ακόμα και με δημιουργικό τρόπο. Όπως υπογραμμίζει και ο θεολόγος Φιλόθεος Φάρος, σε αντίθεση με την ανατολική θεώρηση του γεγονότος αυτού, ο Δυτικός κόσμος έχει κάνει τη ζωή μια μάσκα για να καλύψει με αυτή την όψη του θανάτου[21].

Τα μνημόσυνα στην ιστορία της εκκλησίας

Η καταβολή του μυστηρίου

Το μυστήριο αυτό, το οποίο προβλέπει την καθιέρωση ειδικών τελετών εις μνήμην των νεκρών και δεήσεων υπέρ αυτών, οφείλεται κατά πρώτον σε "δογματικούς λόγους", δηλαδή στην πίστη ότι η Εκκλησία αποτελεί κοινωνία όχι μόνο ζώντων αλλά και κεκοιμημένων και στην πίστη σε μετά θάνατο ζωή[22]. Στους ιουδαίους αλλά και στους ειδωλολάτρες υπήρχαν ειδικές "προς τιμήν και μνήμην των νεκρών τελεταί", οι οποίες αναμφίβολα "εξωτερικώς τουλάχιστον επέδρασαν προς καθιέρωσιν παρομοίων...λειτουργικών εκδηλώσεων" αφού όχι μόνο δεν ήταν αντίθετες προς την ορθή πίστη, αλλά επιπλέον, αποκτούσαν ένα νέο, "εν Χριστώ νόημα"[23].

Μαρτυρίες για προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων εμφανίζονται ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Το εδάφιο Β΄ Μακ. 12,43, όπου ο Ιούδας ο Μακκαβαίος προσέφερε θυσία υπέρ πεσόντων για εξιλασμό των αμαρτιών, είναι "εν τη Γραφή αρχαιότατη μαρτυρία των μνημοσυνών"[24]:

"...συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άντρα κι έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτήσει μια θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε πως υπάρχει ανάσταση νεκρών. Γιατί αν δεν πίστευε ότι θ' αναστηθούν αυτοί, που λίγο πριν είχαν σκοτωθεί, θα ήταν περιττό κι ανόητο να προσεύχεται γι' αυτούς. Εξάλλου ο Ιούδας ήταν βέβαιος ότι όσοι πέθαιναν έχοντας πίστη στο θεό, θα είχαν εξαιρετική μεταχείριση· γι' αυτό επρόκειτο για μια άγια και θεάρεστη σκέψη. Έτσι, έκαναν τη θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι ν' απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει"[25].

Αρχαιότερη αυτής, είναι η μαρτυρία του Νεεμ. 9,1-3, όπου μετά την εορτή της Σκηνοπηγίας, ο λαός εμφανίζεται ενώπιον του Θεού, με εμφανή τα σημεία πένθους και μεταμέλειας. Όρθιοι εξομολογούνται, όχι μόνο τις δικές τους αμαρτίες, αλλά και εκείνες των προγόνων τους, ενώ οι ιερείς και Λευίτες δέονται με μετάνοια στον Θεό για να τους ελεήσει:

"Την εικοστή τέταρτη μέρα του ίδιου μήνα, οι Ισραηλίτες άρχισαν νηστεία. Φορούσαν πένθιμα ρούχα και έριχναν χώμα στο κεφάλι τους. Αυτοί είχαν χωριστεί από όλους τους μη Ιουδαίους που υπήρχαν στην περιοχή τους και είχαν συγκεντρωθεί για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Επί τρεις ώρες στέκονταν όρθιοι στις θέσεις τους κι άκουγαν την ανάγνωση από το βιβλίο του νόμου του Κυρίου, του θεού τους και για άλλες τρεις ώρες έμεναν γονατιστοί ενώπιον του Κυρίου του θεού τους για να του ζητήσουν συγχώρηση"[26].

Παρόμοιες τελετές εμφανίζονται και στο Τωβίτ 4,17[27].

Στην αρχαία εκκλησία, φαίνεται πως καθιερώθηκαν τα μνημόσυνα ως τελετές, κατά το δεύτερο αιώνα[28]. Στον ειδωλολατρικό κόσμο, τελούνταν μνημόσυνα γεύματα κατά την τρίτη, ενάτη και τριακοστή ημέρα από την αποδημία του θανόντος[29]. Αυτά, με "εξωτερικήν αναλογίαν εισήχθησαν και στο χριστιανισμό"[30] αλλά με δογματική κατοχύρωση από την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, και όπως αναφέρεται στις Αποστολικές Διαταγές[31], θα τηρούνται για τη μνήμη των νεκρών την τρίτη, ενάτη και τεσσαρακοστή ημέρα. Πλέον, η τρίτη ημέρα συμβόλιζε την τριήμερη παραμονή του Χριστού στον τάφο ή την Αγία Τριάδα, η έννατη ημέρα συμβόλιζε τα εννέα τάγματα των αγγέλων, ενώ η τεσσαρακοστή αντικατέστησε την τριακοστή καθώς "Μωσήν γαρ ούτως ο λαός επένθησεν"[32]. Τα ετήσια μημόσυνα, δεν τελούνταν πλέον κατά την επέτειο επί της γεννήσεως του νεκρού όπως στους εθνικούς, αλλά κατά την ημέρα της αληθινής, ουράνιας γεννήσεως[33][34]. Σημαντικές μαρτυρίες επί του θέματος αποτελούν αφενός μεν οι αρχαίες λειτουργίες, αφετέρου τα διασωσμένα δίπτυχα από την εποχή των Αποστόλων, που μας μαρτυρούν ευχές που ανέπεμπε η εκκλησία υπέρ των κεκοιμημένων κατά τη Θεία Λειτουργία[35]

Το μυστήριο στην εποχή του Διονυσίου Αρεοπαγίτη (6ος αι.)

Το τελετουργικό των μνημοσύνων στη σημερινή εκκλησία διαφέρει από τελετουργικό της αρχαίας εκκλησίας, απηχεί όμως παλαιότερες παραδόσεις[36]. Χαρακτηριστικές επ αυτού είναι οι περιγραφές του Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Η τελετή ξεκινούσε από το σπίτι του νεκρού[37]. Οι οικείοι του κεκοιμημένου τον μακάριζαν και έψελναν ευχές και εν συνεχεία τον μετέφεραν στον ιεράρχη όπου και έκανε τη σύναξη των πιστών. Αν ήταν κληρικός τοποθετείτο ενώπιον του θυσιαστηρίου, αν ήταν μοναχός ή λαϊκός μπροστά στο πρεσβυτέριο. Ο ιεράρχης εν πρώτοις ανέπεμπε ευχαριστήρια ευχή, έπειτα διάβαζε ιερά αναγνώσματα σχετικά με την ανάσταση και εν συνεχεία ψέλνονταν ωδές. Ο λειτουργός απέλυε του κατηχούμενους και εν συνεχεία μνημόνευε κεκοιμημένους Αγίους, τους οποίους παρακαλούσε να πρεσβεύσουν υπέρ του κεκοιμημένου. Εν συνεχεία ο ιεράρχης πρώτος ασπάζετο τον κεκοιμημένο και ακολουθούσαν οι πιστοί. Στο τέλος ο ιεράρχης λάδι στον κεκοιμημένο, απαγγέλοντας ευχή για όλη τη σύναξη.

Το κίνημα των Κολλυβάδων

Με την τέλεση των μνημοσύνων συνδέεται μια περίοδος αντιπαράθεσης μεταξύ Αγιορειτών (με ευρύτερες όμως πνευματικές και πολιτισμικές διαστάσεις) η οποία ξεκίνησε στα μέσα του 18ου αιώνα, και έμεινε στην ιστορία ως το Κίνημα των Κολλυβάδων. Αφορμή για την εκδήλωση του κινήματος ήταν η διαμάχη που προέκυψε για την τέλεση των μνημοσύνων, τα οποία ενώ τελούνταν κατά το πρωί του Σαββάτου, λόγω των πολλών εργασιών τους, σκέφτηκαν οι μοναχοί να μεταθέσουν την τέλεσή τους την Κυριακή. Αυτό κάποιοι δεν μπόρεσαν να το δεχθούν, με τον ισχυρισμό ότι η Κυριακή ως αναστάσιμη ημέρα δεν είναι κατάλληλη για μνημόσυνα και έτσι αποχωρούσαν από τους ναούς κατά την τέλεση τους[38]. Οι αντιφρονούντες αυτοί αποκάλεσαν τους αντιθέτους περιφρονητικά Κολλυβάδες, όμως το περιφρονητικό αυτό όνομα έγινε αργότερα τιμητικός τίτλος[39].

Το κίνημα των Κολλυβάδων άρχισε το 1754, διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα και απασχόλησε όχι μόνο τους μοναχούς του Αγίου Όρους αλλά ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία. Μεταξύ των αρχηγών του κινήματος των Κολλυβάδων αναφέρονται και οι τρεις νεώτεροι άγιοι της Εκκλησίας, Μακάριος Νοταράς (ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Κορίνθου 1764-1776), Αθανάσιος ο Πάριος, διδάσκαλος του Γένους, και ο πολυγραφότατος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Τους τρεις αυτούς ακολούθησαν πολλοί άλλοι κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί[40]. Η διαμάχη για την τέλεση των μνημοσυνών το Σάββατο και όχι την Κυριακή, συνδέεται και με την έριδα περί συχνής Θείας Μεταλήψεως. Και τα δύο αυτά προβλήματα λύθηκαν και οι διαμάχες κόπασαν με τις σχετικές εγκυκλίους των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου Β΄ (1769-1773) και Γρηγορίου Ε΄ (α΄ 1797-1798, β΄ 1806-1808. γ΄ 1818-1821), οι οποίοι επέτρεψαν την τέλεση των μνημοσυνών και την προσφορά κολλύβων και κατά την Κυριακή.

Στην πραγματικότητα, το κίνημα των Κολλυβάδων εμπεριείχε και ένα σπουδαιότατο πνευματικό γεγονός του ελληνισμού, αποτέλεσμα της περιπετειώδους συνάντησης της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, η οποία στο πρόσωπο αρκετών Ελλήνων διαφωτιστών, με την αυτούσια μεταφύτευση ιδεών, αρχών και πρακτικών[41], εισήγαγε αθεϊστικές, αντιχριστιανικές, αντικληρικαλιστικές τάσεις και έναν ακραίο ορθολογισμό ο οποίος απειλούσε με ανατροπή την μακραίωνη Ορθόδοξη Παράδοση[42]. Ως αντίδραση στα φαινόμενα αυτά, οι Κολλυβάδες αντέταξαν την "φιλοκαλική αναγέννηση", "από τα πιο αξιόλογα πνευματικά φαινόμενα και από τις πιο γόνιμες πνευματικές κινήσεις μέσα στους κόλπους της Ορθοδοξίας την εποχή της Τουρκοκρατίας...γνήσια συνέχεια και ανανέωση της ζωντανής πατερικής παραδόσεως και ταυτόχρονα απάντηση της Εκκλησίας στα αιτήματα των καιρών"[43]. Το αντιπροσωπευτικότερο ίσως επίτευγμα της κίνησης αυτής, αποκαλύπτεται στη συγκρότηση και έκδοση της Φιλοκαλίας, ένα ανθολόγιο κειμένων, μεγάλων Πατέρων και ασκητών της Εκκλησίας, από τον 4ο ως και τον 15ο αιώνα[44].

Το κίνημα αυτό, χαρακτηρίστηκε από την διαφωτιστική ιστοριογραφία (η οποία θεωρούσε τον εαυτό της εκπρόσωπο της προόδου), ως συντηρητικό ή σκοταδιστικό, στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για την αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων της ελληνικότητας: από τη μία "η βυζαντινή καθολικότητα του Γένους (πέρα από φυλετικά όρια) των ελληνορθόδοξων" και από την άλλη "η εμμονή σε μια φαντασιώδη εθνοφυλετική ελληνικότητα, που αντλούσε ταυτότητα απευθείας από τον αρχαιοκλασικό ιδεότυπο, με αυθαίρετο άλμα διασκελισμού των βυζαντινών αιώνων"[45].

Το μυστήριο στη σημερινή πράξη της εκκλησίας

Τα μνημόσυνα στη σημερινή πράξη της εκκλησίας τελούνται σε δύο μορφές. Η πρώτη μορφή είναι το εκκλησιαστικό τελετουργικό της εκκλησίας κατά την κοίμηση του μέλους, οι επιμνημόσυνες δεήσεις κατά την τρίτη, ενάτη και τεσσαρακοστή ημέρα από την κοίμηση, καθώς και οι ετήσιες δεήσεις. Ο δεύτερος τύπος είναι η μνημόνευση των τεθνεώτων κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στην εκκλησία επίσης έχουν θεσπιστεί ετησίως και δύο Σάββατα, τα λεγόμενα ψυχοσάββατα, όπου τελείται Θεία Λειτουργία και ειδικό μνημόσυνο υπέρ των κεκοιμημένων.

Νεκρώσιμη ακολουθία

Στη νεκρώσιμη ακολουθία γίνεται ουσιαστικά ένα διάλογος μεταξύ των φίλων του κεκοιμημένου και του Θεού. Τονίζεται μέσα από τους ύμνους η ματαιότητα των εγκοσμίων και εξυμνείται η αξία των αιωνίων αγαθών. Οι ιερείς και ο λαός, ζητούν το έλεος του Θεού και παρηγορία, διότι ουδείς άνθρωπος μπορεί αξίως να σταθεί την ώρα του φοβερού βήματος. Πριν την ακολουθία τελείται η τελετή του τρισαγίου. Η ονομασία της δίδεται, διότι ξεκινά με το "Άγιος ο Θεός", τρεις φορές. Κατόπιν ψάλλονται τέσσερα τροπάρια όπου δέεται κλήρος και λαός να αναπαύσει το μεταστάντα μαζί με τους σεσωσμένους, παρακαλώντας συνάμα την Υπεραγία Θεοτόκο να δεηθεί προς τον Κύριο. Στη συνέχεια ο ιερέας ικετεύει τον Θεό, ο οποίος νίκησε το θάνατο και το διάβολο με την παρουσία του στον κόσμο, να λάβει υπόψη την τρεπτότητα του ανθρώπου και τη ροπή προς την αμαρτία, να παραβλέψει τος αμαρτίες του ως αγαθός και φιλάνθρωπος και να κατατάξει το μέλος της εκκλησίας στους κόλπους της θείας δόξας[46].

Σε παλαιότερες εποχές η ακολουθία ξεκινούσε με τον 90ο ψαλμό, σήμερα όμως η ευχή αυτή παραλείπεται, πλην της νεκρώσιμης ακολουθίας των κληρικών και των μοναχών[47]. Η ακολουθία λοιπόν ξεκινά με την εκφώνηση "Ευλογητός ο θεός ημών..." και ακολουθεί το τροπάριο του Αμώμου (118ος Ψαλμός). Εν συνεχεία ακολουθούν τα ευλογητάρια, όπου ζητείται το έλεος του Θεού και η ευσπλαχνία του, ενώ δηλώνεται η μετάνοιά του πιστού για τις αμαρτίες του. Τα ευλογητάρια είναι έξι και επακολουθούν ο 50ς ψαλμός και ο κανόνας του μοναχού Θεοφάνη, που εξιστορεί τα γεγονότα της θείας οικονομίας. Εν συνεχεία οδηγούμαστε στην κορωνίδα της ακολουθίας που είναι το τροπάριο "Μετά των αγίων ανάπαυσε Χριστέ τα ψυχάς του/της/των δούλων σου. Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος.". Ακολουθούν τα ιδιόμελα, τα οποία εναλλάσσουν το νόημά τους στη βάση των ανθρωπίνων συναισθημάτων (θρήνοι, απορίες, ελπίδα) και ακολουθούν οι Μακαρισμοί και τα αναγνώσματα, δηλαδή το προκείμενο, ο Απόστολος[48] και το ευαγγέλιο[49]. Πρέπει να τονιστεί πως μετά τον Απόστολο απαγγέλλονται τα αλληλουάρια, που κατά το Συμεών Θεσσαλονίκης, δηλώνουν την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου. Ακολουθεί τρισάγιο, δέηση υπέρ του κεκοιμημένου και απόλυση. Οι ψάλτες μελωδούν τρεις φορές το αιωνία η μνήμη, όπου κατά το Συμεών γίνεται η "ανακήρυξη" του κεκοιμένου. Έτσι εισερχοπμαστε το τελευταίο στάδιο που είναι ο αποχαιρετισμός. Οι πιστοί ασπάζονται ευλαβικά ένας-ένας το κεκοιμημένο μέλος. Ο αποχαιρετισμός αυτός είναι ένας οδυνηρός αποχαιρετισμός, συνάμα όμως ένα χαιρετισμός ελπίδος. Ο χορός ωδεί τον "δεύτε τελαυταίον ασπασμόν". Όπως παρατηρεί ο Άγιος Συμεών, ο ασπασμός υπογραμμίζει την κοινωνία και την ενότητα των πιστών, ζωντανών και κεκοιμημένων.

Εν συνεχεία ο κεκοιμημένος οδηγείται στην τελευταία επί γης κατοικία του, όπου ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος. Πολλές φορές ακολουθεί πομπή πρωτού ο κεκοιμημένος εισέλθει στο κοιμητήριο, μία συνήθεια που τελείται ήδη από την εποχή του Γρηγορίου Νύσσης[50]. Ο κεκοιμημένος τοποθετείται με προσοχή και την κεφαλή στραμμένη στην ανατολή. Χαρακτηριστική είναι η απαγγελία "χους ει και εις γην απελεύση" (Γεν. 3, 19). Τελικά ρίχνεται λάδι σε σταυρική φορά στον κεκοιμημένο ψαλλόμενος ο 50ος ψαλμός. Πρέπει να τονιστεί πως η νεκρώσιμη ακολουθία δεν τελείται κατά τη διακαινήσιμο εβδομάδα και την Κυριακή του Πάσχα[51].

Επιμνημόσυνη δέηση

Εκτός της νεκρώσιμης ακολουθίας και των ευχών κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας η εκκλησία πραγματοποιεί και δεήσεις για τα κεκοιμημένα μέλη, σε τακτές χρονικές περιόδους. Όπως ήδη μνημονεύτηκε η αρχή αυτών βρίσκεται στην Αγία Γραφή και μάλιστα ήδη από την Παλαιά Διαθήκη. Μνημόσυνα τελούμε κατά την τρίτη ημέρα επειδή ο Κύριος αναστήθηκε στις τρεις ημέρες, αλλά και προς προσφορά στην Αγία Τριάδα, της οποία οφείλουμε την ύπαρξη και τη ζωή[52] στις εννιά προς ενθύμηση των ζώντων[53], αλλά και προς ενθύμηση των εννέα ταγμάτων αγγέλων[54] και στις 40 ημέρες διότι τόσο πένθησε ο ισραηλιτικός λαός το θάνατο του Μωυσή, αλλά και προς ενθύμηση της αναλήψεως του Κυρίου[55]. Επίσης τελούνται και ετήσια μνημόσυνα. Το ετήσιο μνημόσυνο κατά το Συμεών Θεσσαλονίκης φανερώνει ότι αυτός που εκοιμήθη ζει αιώνια και πως θα έρθει καιρός που θα αναστηθεί και πάλι, ενώ κατά το Γρηγόριο το θεολόγο και ως χρέος των φίλων για την ανάπαυση της ψυχής[56].

Υποσημειώσεις

  1. Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική ιστορία, σελ. 464
  2. Νικόλαος Ματσούκας, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων, σελ. 36-37
  3. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας 3, 9 PG 3, 437BC
  4. Νικόλαος Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄, σελ. 498
  5. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας 3, 9 PG 3, 437BC, 7, 2-3 PG 3, 556Β-557C
  6. Β. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 464
  7. Β. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 464
  8. Ν. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄, σελ. 467
  9. Ν. Ματσούκα, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων, σελ. 15
  10. Ν. Ματσούκας, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων, σελ. 15
  11. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 4, 13 PG 94, 1136BC-1153C
  12. Ν. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄, σελ. 498
  13. Ν. Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Β΄, 498
  14. Ν. Ματσούκας, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων, σελ. 12
  15. ο.π., σελ. 23
  16. Ιωάννου Δαμασκηνού, Κατά Μανσιχαίων PG 94, 1545D-1548A-1573AB
  17. Νικόλαος Ματσούκας, Δογματική και Συμβολική θεολογία Γ΄, σελ. 547
  18. Νικόλαος Ματσούκας, Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 35-36
  19. ο.π., σελ. 36-37
  20. Νικόλαος Βασιλειάδης, Το μυστήριο του θανάτου, σελ. 359
  21. Φιλόθεος Φάρος, Η ορθοδοξία σαν πολιτιστική έκφραση, Περιοδικό Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσσαλονίκη, τ. 661 (Σεπτ.-Οκτ. 1977, σελ. 229-230)
  22. "Μνημόσυνα", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 8, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966, στ. 1226.
  23. ΘΗΕ, τόμ. 8 (1966), ό.π.
  24. Ανδρούτσος Χρήστος, 'Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας', Αστήρ, Αθήνα 1956 (c1907), σελ. 427.
  25. Β΄ Μακ. 12,43, μτφρ από: Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα 1997, σελ. 767.
  26. Νεεμ. 9,1-3, μτφρ από: Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, Βιβλική Εταιρεία, Αθήνα 1997, σελ. 635.
  27. ΘΗΕ, τόμ. 8 (1966), στ. 1226.
  28. Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 287
  29. Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική ιστορία, σελ. 120
  30. ο.π.
  31. Αποστολικαί Διαταγαί 8, 42
  32. ΘΗΕ, τόμ. 8 (1966), στ. 1227.
  33. ΘΗΕ, τόμ. 8 (1966), ό.π.
  34. Β. Στεφανίδης, ενθ.αν.
  35. Ν. Βασιλειάδης, ενθ.αν., σελ. 428
  36. Ν. Ματσούκας, Μυστήριον..., σελ. 23
  37. Διονυσίου Αρεοπαγίτη, Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας PG 3, 55A-568D
  38. "Κολλυβάδες", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 7, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1965, στ. 742.
  39. ΘΗΕ, τόμ. 7 (1965), ό.π, στ. 743.
  40. "Κολλυβάδες", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 34, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  41. "Η δυναμική του διαφωτισμού στη δράση των Κολλυβάδων", στο: Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, Σχέσεις και Αντιθέσεις - Ανατολή & Δύση στην πορεία του Νέου Ελληνισμού, Ακρίτας, Αθήνα 1998, σελ. 14.
  42. Μεταλληνός, Σχέσεις..., ό.π., σελ. 15.
  43. Μεταλληνός, Σχέσεις..., ό.π., σελ. 16.
  44. Γιανναράς Χρήστος, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Δόμος, Αθήνα 2003, σελ. 189.
  45. Βλ. αναλυτικά: Γιανναράς, Ορθοδοξία..., ό.π., σελ. 171-209.
  46. Νικόλαος Βασιλειάδης, ενθ.αν., σελ. 361-362
  47. Νικόλαος Βασιλειάδης, ενθ.αν., σελ. 362
  48. Α΄ Κορινθίους 15, 52 ή 45-57 ή 15, 20-28. Ρωμαίους 14, 6-9
  49. Ιωάννης 15, 17-24
  50. Εις τον βίον της Οσίας Μακρίνης PG 46, 933C
  51. Νικόλαος Βασιλειάδης, ενθ.αν., σελ. 400-420
  52. Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών..., τοα΄, τοβ΄, PG 155, 689C-692ABC
  53. Ν. Βασιλειάδης, ενθ.αν., σελ. 430
  54. Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί του τέλους ημών..., τοα΄, τοβ΄, PG 155, 689C-692ABC
  55. ο.π.
  56. Ν. Βασιλειάδης, ενθ.αν., σελ. 431

Βιβλιογραφία

  • Νικόλαος Ματσούκας, "Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β΄", Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Νικόλαος Ματσούκας, "Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμημένων", Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992.
  • Βασίλειος Στεφανίδης, "Εκκλησιαστική ιστορία", Παπαδημητρίου, Αθήνα 1959.
  • Βλάσιος Φειδάς, "Εκκλησιαστική ιστορία", Διήγηση, Αθήνα 2002.
  • Νικόλαος Βασιλειάδης, "Το μυστήριο του θανάτου", Σωτήρ, Αθήνα 2007.