Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία

Από OrthodoxWiki
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία είναι θρησκευτικό σώμα πιστών με χιλιετή ιστορία ισχυρής πνευματικής και πολιτικής επιρροής στα τεκταινόμενα της ρωσικής ιστορίας. Επιβιώνοντας στη εποχή των σοβιετικών σοσιαλιστικών δημοκρατιών απλώς ως ελεγχόμενο σώμα, η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία ανέκτησε τους πιστούς της αλλά και την πολιτική της επιρροή στις αρχές της δεκαετίας του '90. Είναι αυτοκέφαλη ανατολική ορθόδοξη εκκλησία υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας και πασών των Ρωσιών, σε κοινωνία με τις υπόλοιπες ανατολικές ορθόδοξες εκκλησίες.

Πίνακας περιεχομένων

Δομή και οργάνωση

Η εκκλησία είναι συγκροτημένη βάσει ιεραρχικής δομής. Στο κατώτερο επίπεδο αυτής της δομής βρίσκεται η ενορία, δηλαδή η εκκλησία με τους πιστούς της. Υπάρχουν περίπου 28.000 ενορίες κυρίως στη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία. Αριθμεί περίπου 135 εκατομμύρια μέλη παγκοσμίως γεγονός που την προσδιορίζει ως την τρίτη μεγαλύτερη τοπική εκκλησία μετά την Καθολική Εκκλησία και την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Όλες οι ενορίες ανήκουν σε επαρχεία (επαρχίες) ισοδύναμα με τις επισκοπές, κεφαλή των οποίων είναι οι αρχιερείς ή επίσκοποι. Παγκοσμίως υπάρχουν περίπου 130 επαρχεία.

Κάποιες εκκλησίες ενίοτε οργανώνονται σε εξαρχεία, ή αυτόνομες εκκλησίες. Το υψηλότερο επίπεδο εξουσίας αντιπροσωπεύεται από τον πατριάρχη Μόσχας και πασών Ρωσιών, κεφαλή του πατριαρχείου της Μόσχας.

Αν και ο πατριάρχης διακρίνεται για τις εκτεταμένες εξουσίες του δε θεωρείται αλάθητος, ούτε έχει άμεση εξουσία σε ζητήματα πίστης. Τούτη η εξουσία ανήκει σε συμβούλιο επισκόπων (pomestny sobor).

Ιστορία

Ρως

Η καταγωγή της ρωσικής ορθόδοξης εκκλησίας ανιχνεύεται πίσω στην περίοδο της χρυσής εποχής του κράτους των Ρως, τον πρόδρομο ουσιαστικά του ρωσικού κράτους και την απόφαση του πρίγκιπα Βλαδίμηρου Α' του Κιέβου το 988 να κάνει τη βυζαντινή εκδοχή του χριστιανισμού θρησκεία του κράτους της Ρωσίας[1]. Η ρωσική εκκλησία υπαγόταν τότε στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η πρώτη γνωστή μητροπολιτική έδρα ήταν το Κίεβο. Όταν η πολιτική δύναμη μετακινήθηκε από το Κίεβο στη Μόσχα κατά τον 14ο αιώνα, μεταφέρθηκε και η έδρα. Έκτοτε διαμορφώθηκε η παράδοση ότι ο μητροπολίτης Μόσχας είναι και η κεφαλή της εκκλησίας.

Μεσαίωνας

Διαμορφώνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της μέσα στον μεσαίωνα, η ρωσική εκκλησία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ασκητισμό, που εξελίχθηκε εντέλει σε μια ευρέως διαδεδομένη μοναστική παράδοση[2]. Πολλές είναι οι μονές (Λαύρες) που ιδρύθηκαν σε τούτη την περίοδο στην επικράτεια της Μοσχοβίας, οι οποίες επεκτάθηκαν πληθυσμιακά, αναδεικνύοντας το μοναστικό κίνημα ως βάση της κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής ζωής[3].

Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453, η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία έγινε αυτοκέφαλο τμήμα του ανατολικού χριστιανισμού και το 1589 ο μητροπολίτης Μόσχας διεκδίκησε και πήρε τον τίτλο του πατριάρχη. Εν τη γενέσει της η ρωσική εκκλησία διατήρησε τη βυζαντινή παράδοση της αλληλεπίδρασης με την κοσμική εξουσία επιτρέποντας στην κρατική γραφειοκρατία να συμμετέχει ενεργά στις διοικητικές υποθέσεις της εκκλησίας. Τούτος ο έντονος βυζαντινισμός μαζί με το γεγονός ότι η Ρωσία παρέμεινε μετά τον μεσαίωνα για μακρό χρονικό διάστημα απομονωμένη από τη Δύση, κράτησε ουσιαστικά τη ρωσική εκκλησία ανέπαφη από τις ιστορικές εξελίξεις της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης. Η εμμονή δε στο παραδοσιακό τυπικό προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στη νεοτερικότητα ουκρανών κληρικών κατά τον 17ο αιώνα να εισάγουν δογματικές και λειτουργικές μεταρρυθμίσεις με αποτέλεσμα την εκδήλωση σχίσματος στην εκκλησία[4] και την εμφάνιση του κινήματος των Παλαιών Πιστών.

Πέτρος ο Μέγας

Αργότερα, κατά τον 18ο αιώνα επαναπροσδιορίζοντας την αυτάρκεια της εξουσίας του (αυτοκρατία) ως τσάρος ο Πέτρος ο Μέγας ελαχιστοποίησε κατά το δυνατόν την εμπλοκή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαχείριση του κράτους αλλάζοντας το καταστατικό της και καταργώντας το παλαιορωσικό ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η μέτρηση των χρόνων άρχιζε από κτίσεως κόσμου και το έτος ξεκινούσε το Σεπτέμβριο. Επενέβη περαιτέρω στην εκκλησιαστική διαχείριση, καταργώντας το πατριαρχείο το 1721 και ορίζοντας την Ιερά Σύνοδο ένα κρατικό όργανο στελεχωμένο από κοσμικούς υπαλλήλους, προορισμένο να διαχειρίζεται και να ελέγχει την εκκλησία. Η δυναμική του επέμβαση στην κοσμική εξουσία της ρωσικής εκκλησίας του απέφερε τον τίτλο αντίχριστος από τους δυσαρεστημένους εκκλησιαστικούς παράγοντες[5].

Οι επεμβάσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της εικόνας της εκκλησίας ως ηθικής αρχής κατά τον 18ο ιδιαίτερα και κατά τον 19 αιώνα, οπότε εκδηλώθηκε ένα ισχυρό κίνημα για την αποκατάσταση της αυτονομίας της εκκλησίας και οργανωτική ανανέωση. Επιπρόσθετα, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η ούτως ή άλλως ισχυρή μοναστική παράδοση παρήγαγε ένα σεβαστό αριθμό πρεσβυτέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατόρθωσαν να κερδίσουν τον σεβασμό όλων των κοινωνικών τάξεων λειτουργώντας ως σύμβουλοι επί κοσμικών και πνευματικών θεμάτων.

Σοβιετική Ένωση

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η ρωσική εκκλησία, όπως και κάθε άλλη θρησκευτική έκφραση, ακολούθησε το άρμα της αντίληψης και κυριολεκτικής ερμηνείας της ρήσης του Καρλ Μαρξ πως «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Πέραν του ότι έγινε αναστολή των προνομίων που παρείχε η μετριοπαθής προσωρινή κυβέρνηση λίγο πριν το 1917 και τα οποία αποκαθιστούσαν την εκκλησία στο προ Πέτρου Μεγάλου καθεστώς της, η εκκλησιαστική περιουσία κρατικοποιήθηκε και εκτελέστηκαν με διάφορες αιτιολογήσεις πάνω από 1200 απλοί ιερείς και αξιωματούχοι στην περίοδο 1922-26. Στην πραγματικότητα βέβαια η όλη αντιθρησκευτική πολιτική και προπαγάνδα δεν στόχευε αποκλειστικά στον χριστιανισμό, αλλά σε όλες τις πίστεις. Με έναρξη τη δεκαετία του 1920, βουδιστικοί και σαμανιστικοί τόποι λατρείας στην Μπουρυατία στην περιοχή της Βαϊκάλης καταστράφηκαν, ενώ οι Λάμα και οι σαμάνοι συλλαμβάνονταν και είτε οδηγούνταν στην εξορία είτε απειλούνταν με ποινή θανάτου[6].

Το 1925, ιδιαίτερα ιδρύθηκε στη Σοβιετική Ένωση ο Σύνδεσμος των Άθεων Μαχητών, ο οποίος κατεύθυνε μια πανσοβιετική εκστρατεία κατά των οργανωμένων θρησκειών. Οι ακραίες θέσεις της οργάνωσης οδήγησαν ακόμη και τη σοβιετική κυβέρνηση να αρνηθεί οποιαδήποτε άμεση σχέση με τις πρακτικές της[7]. Τούτο βέβαια όταν ο Ιωσήφ Στάλιν εκτίμησε ότι έπρεπε να χαλαρώσει την αντιθρησκευτική του πολιτική και να χρησιμοποιήσει την εκκλησία προς όφελός του για την απαιτούμενη εθνεγερσία εν όψει των πολεμικών συγκρούσεων του Β' Π.Π. Χάριν εθνικής άμυνας χιλιάδες εκκλησίας άνοιξαν εκ νέου στη Σοβιετική Ένωση, για να κλείσουν και πάλι χάριν της πολιτικής που ακολούθησαν ο Νικήτα Χρουτσώφ και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ στην περίοδο 1953-1982.

Αλλαγή

Μία εκ νέου αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής συνέβη ενόψει της Γκλάστνοστ και την προσέγγιση των αξιωματούχων της εκκλησίας από τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Το 1988 συναντήθηκε με ηγέτες της ορθόδοξης εκκλησίας, προκειμένου να συζητηθεί ο ρόλος των θρησκειών στη ζωή των πιστών τους. Λίγο αργότερα ο επίσημος εορτασμός της χιλιετηρίδας της ρωσικής ορθοδοξίας υπέδειξε ότι ήταν πλέον αποδεκτή η ελεύθερη θρησκευτική έκφραση. Έκτοτε με διαρκείς νομοθετικές ρυθμίσεις την άνοιξη του 1990 ψηφίστηκε ένας νέος νόμος που αναγνώριζε εξαιρετικές θρησκευτικές ελευθερίες. Ο νόμος παρέμεινε εν ισχύ όταν η Ρωσία έγινε ανεξάρτητο έθνος το επόμενο έτος. Ο κύριος εισηγητής του νόμου ωστόσο ο Γκλεμπ Γιάκουνιν αποσχηματίστηκε το 1994, λόγω επικρίσεών του προς την εκκλησιαστική ιεραρχία, κυρίως γιατί κατηγόρησε τον σημερινό προκαθήμενο για σχέσεις με την KGB.

Σύμφωνα με τον προκαθήμενο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Αλέξιο Β΄ μεταξύ των ετών 1990 και 1995 περισσότερες από 8000 ρωσικές ορθόδοξες εκκλησίες άνοιξαν, διπλασιάστηκαν οι ενεργές ενορίες και προστέθηκαν 32 επισκοπές. Ακολούθως η ρωσική κυβέρνηση επέστρεψε πολλά από τα δημευμένα κτήρια και εγκαταστάσεις παρέχοντας ταυτοχρόνως βοήθεια για την επισκευή και την ανακατασκευή των κατεστραμμένων συγκροτημάτων.

Σημειώσεις παραπομπές

  1. Ουσιαστικά η αμφισβητούμενη ημερομηνία 988, αφορά στην έναρξη της διαδικασίας. Βλ. «Kievan Rus' and Mongol Periods» στο Russia: A Country Study, Glenn E. Curtis, ed. (Washington, DC: Federal Research Division of the Library of Congress, 1996).
  2. Russian Orthodox church: early history and art στο Univ. of Toronto, ανάκτ 1.11.08
  3. http://www.orthodoxphotos.com/Orthodox_Elders/Russian/index.shtml «Russian Orthodox Church. Historical background in brief» ανάκτηση 1.11.08.
  4. Βλ. συνοπτική ανάλυση επί του θέματος στο «The Russian Church: An Overview»
  5. Βλ. λήμμα «Peter I, czar of Russia» στο The Columbia Encyclopedia, Sixth Edition. 2001-07. ανάκτηση 1.11.08
  6. THE SOUL OF SHAMANISM A Conversation with Daniel C. Noel
  7. Russian History Encyclopedia: League of The Militant Godless

Δικτυακοί τόποι

Ρωσικές ορθόδοξες πηγές


Το παρόν λήμμα αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο της ελληνικής Βικιπαίδειας
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων
Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Donate

Please consider supporting OrthodoxWiki. FAQs

Εργαλεία
Άλλες γλώσσες